Όταν ακούς για «ανάπτυξη», «ανάπλαση» και «καθαριότητα», ετοιμάσου για μια νέα επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο

«Η κατάργηση της παραβατικότητας και της ανομίας που κρύβεται πίσω από το πανεπιστημιακό άσυλο είναι μια πολιτική που πιστεύω ότι έχει μεγάλη ανταπόκριση στην κοινωνία…Όταν ένα νέο παιδί πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, έχει την απαίτηση να βρει ένα πανεπιστήμιο καθαρό, χωρίς εμπόρους ναρκωτικών, χωρίς μπαχαλάκηδες… Θεωρώ ότι κάναμε πάρα πολύ σωστά που καταργήσαμε το άσυλο της παραβατικότητας και της ανομίας, χωρίς αστερίσκους και χωρίς υποσημειώσεις… Σε ό,τι αφορά τα Εξάρχεια, το ζήτημα δεν είναι μόνο κατασταλτικό. Αφορά το πώς μια ιστορική γειτονιά θα ξαναβρεί τον ρυθμό, τη ζωή της, θα τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα. Ως προς το κατασταλτικό κομμάτι, γίνονται επιχειρήσεις της αστυνομίας όπως παντού. Δεν θα έπρεπε να αποτελεί είδηση αυτό. Αυτό σημαίνει επαναφορά της κανονικότητας, στην Αθήνα και τη χώρα. Είναι κοινός τόπος ότι η αστυνομία έχει πιο έντονη παρουσία. Και αυτό δεν είναι κακό, καλό είναι. Για την ασφάλεια των πολιτών είναι. Η ασφάλεια είναι προϋπόθεση ελευθερίας και οικονομικής ανάπτυξης… Επιμένω σε μεγάλα έργα, όπως το νέο Αρχαιολογικό μουσείο, ως σημείο αναφοράς για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και ως ένα έργο που θα μπορούμε να χτίσουμε συνολικές δράσεις για να ξαναγίνουν τα Εξάρχεια περιοχή με ιδιαίτερο χαρακτήρα και όχι άνδρο ανομίας, μπαχαλάκηδων και εμπόρων ναρκωτικών».

Κ. Μητσοτάκης, συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ, Σεπτέμβρης 2019

Μέσα στην αγορά της διασκέδασης υπάρχει μια τάση να αναζητούν τις «κοτσάνες» των πολιτικών για να τους παρουσιάσουν ως ηλίθιους ή αγράμματους. Η τάση αυτή εξυπηρετεί την ψυχολογική ανάγκη των υπηκόων για ανακούφιση χωρίς κοπιαστική αντίσταση στα μέτρα που τους επιβάλλουν οι κυβερνώντες. Η δήλωση όμως του κ. Μητσοτάκη, με όλες αυτές τις διασυνδέσεις που επιχειρεί ανάμεσα στην ανομία, τα Εξάρχεια, το πανεπιστημιακό άσυλο, τις καταλήψεις των μεταναστών, την επαναφορά της κανονικότητας, την ασφάλεια, την ελευθερία, την κυριλοποίηση του κέντρου της Αθήνας και την οικονομική ανάπτυξη, είναι άκρως ενδιαφέρουσα και εν μέρει διαφωτιστική.

Λέμε «εν μέρει», γιατί υπάρχει μία διασύνδεση που ο κ. Μητσοτάκης (όπως και η μηντιακή περσόνα κ. Σώτη Τριανταφύλλου, βλ. παρακάτω) δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να κάνει: τη διασύνδεση όλων των προαναφερόμενων ζητημάτων με τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Μιλώντας για «εργασιακές σχέσεις» εννοούν πάντα την εκμετάλλευση της εργασίας – όπως αντίστοιχα όταν μιλάνε για «ασφάλεια» και «ελευθερία» εννοούν πάντα την ασφάλεια της ιδιοκτησίας και την ελευθερία του εμπορίου. Η διαρκής αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας με στόχο τη μεγιστοποίηση των εταιρικών κερδών είναι το πασίγνωστο αλλά ανομολόγητο μυστικό αυτού του άθλιου κόσμου.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος δεν αρκεί η αγορά και η πώληση των εμπορευμάτων που παράγει η εργασία – συμπεριλαμβανομένου του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη. Απαιτούνται επίσης κρατικές πρακτικές πειθάρχησης των παραβατικών συμπεριφορών, δηλαδή των συμπεριφορών εκείνων που διαταράσσουν την ομαλή και επικερδή διεξαγωγή της εκμετάλλευσης της εργασίας. Ανάγοντας το κοινωνικό ζήτημα σε ηθικό ζήτημα, σε ζήτημα πάταξης της «ανομίας» και της «διαφθοράς», ο κ. Μητσοτάκης ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Αν αυτός και οι αυλικοί του (διαφημιστές, τεχνοκράτες κ.ά.) ομολογούσαν ότι η επίθεση των κρατικών μηχανισμών στους αναρχικούς και τους μετανάστες που εισβάλλουν παραβατικά στα άδεια κτίρια για να ικανοποιήσουν τις κοινωνικές τους ανάγκες, τις φοιτητικές και προλεταριακές ομάδες που χρησιμοποιούν τους χώρους του πανεπιστημίου ενάντια στην επιχειρηματικοποίησή του κλπ. είναι μόνο μία πλευρά της συνολικής επίθεσης στην εργατική τάξη την παρούσα δεκαετία των «μνημονίων», τότε θα ακύρωναν με τα ίδια τους τα χέρια το παραμύθι που πουλάει το κράτος εδώ και πολλές δεκαετίες: ότι είναι δήθεν ο υπεράνω ταξικών συγκρούσεων φύλακας-άγγελος όλης της «κοινωνίας των πολιτών». Αυτή η τελευταία πλασάρεται ως μια εθνική κοινότητα που μέσα της όλοι –τόσο οι αγελάδες όσο κι αυτοί που τις αρμέγουν– εμφανίζονται να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Αν σταθούμε στην ποικιλία των τρόπων με τους οποίους πουλιέται αυτό το παραμύθι, θα καταλάβουμε και τη διαφορά στρατηγικής ανάμεσα στην προηγούμενη και την τωρινή κυβέρνηση, ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά του κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί την τοποθέτηση των ζητημάτων της συγκυρίας σε μια ιστορική προοπτική.

Από το 2010 και μετά, ακόμα και άνθρωποι που δεν ήθελαν να ξέρουν καν τι λέει και τι πράττει το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, άνθρωποι εσκεμμένα άσχετοι με την πολιτική, άρχισαν να παρακολουθούν στενά τις πολιτικές εξελίξεις, ν’ ασχολούνται με το Eurogroup, το χρέος (που, βέβαια, βολικά παρουσιαζόταν ως εθνικό), τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεών τους κλπ. Άρχισαν επίσης να κατεβαίνουν στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Σύντομα το παλιό πολιτικό σύστημα απονομιμοποιήθηκε. Είχε καταφέρει να περάσει όλα σχεδόν τα απαραίτητα για το κεφάλαιο μέτρα, αλλά είχε χάσει την ιδεολογική επιρροή του πάνω στους κατεστραμμένους μικρο-μεσαίους επιχειρηματίες, τους άνεργους υποψήφιους τεχνοκράτες και τους εργάτες.

Το 2014 ήταν ήδη αισθητή η ανάγκη μιας ισχυρής δόσης επανανομιμοποίησης του συστήματος. Μόνο ένα αντιμνημονιακό κόμμα θα μπορούσε να κατορθώσει κάτι τέτοιο. Αυτή ήταν η πολιτική αποστολή που ανέλαβε ο Σύριζα, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις για «αλλαγή» ενός κουρασμένου από τις αδιέξοδες κινητοποιήσεις αντιμνημονιακού κινήματος πολιτών και γειτόνων που είχε μεν καταφέρει να εξοβελίσει από το εσωτερικό του τα «ακραία» προλεταριακά στοιχεία, αλλά δεν είχε ακόμα καμιά δυνατότητα συμμετοχής στους κυβερνητικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Με τον καιρό όμως η κυβερνητική πολιτική του Σύριζα δεν απογοήτευσε μόνο τους εργάτες, αλλά και την παλιά και τη νέα μεσαία τάξη που βρισκόταν έξω από το προστατευμένο πεδίο της κρατικής γραφειοκρατίας και των επιμέρους «στοχευμένων» παρεμβάσεων της τελευταίας, και μέσα στη ζούγκλα της αγοράς. Αυτό οφειλόταν στην αύξηση της φορολογίας και την ασαφή θέση που κράτησε ο Σύριζα στο ζήτημα του εργατικού μισθού και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας τον τελευταίο, προεκλογικό χρόνο της θητείας του. Ο ΣΕΒ μιλώντας εκ μέρους τόσο των μεγάλων όσο και των μικρο-μεσαίων αφεντικών είχε δηλώσει ότι είναι μόνο (sic!) κατά 60% ικανοποιημένος από τον Σύριζα. Χρειαζόταν, επομένως, μια νέα κυβέρνηση που θα ικανοποιούσε και το υπόλοιπο 40% των αιτημάτων του. Δεν υπονοούμε εδώ –απηχώντας τη βλακώδη ανάλυση του ΚΚΕ περί «μεγαλοεργοδοσίας»–  ότι ο ΣΕΒ ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις σύμφωνα με τα γούστα του. Η ΝΔ ψηφίστηκε από τους συντηρητικούς «νοικοκυραίους» που χρειάζονταν ένα νέο πολιτικό σενάριο «ανάπτυξης», φοροαπαλλαγών, τόνωσης της ατομικής επιχειρηματικότητας και εκκαθάρισης της πόλης από τα «κοινωνικά σκουπίδια» που δημιούργησε η δεκαετής κρίση. Ο ανίκανος να αντιμετωπίσει τους πραγματικούς κλέφτες της σύνταξης και του μισθού του –ανίκανος ήδη από την εποχή των κινητοποιήσεων τού 2010-2012, από τις οποίες είχε κρατηθεί απέξω– υποταγμένος εργάτης «νοικοκύρης», ο υπερφορολογούμενος ελεύθερος επαγγελματίας, ο καριερίστας διδακτορικός που είχε μείνει έξω από τη νομή της συριζάδικης εξουσίας, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας της τουριστικής σεζόν που βγάζει σπυράκια ακόμα και στο άκουσμα των λέξεων «Επιθεώρηση Εργασίας» και «ΣΔΟΕ» – όλοι αυτοί έγιναν το target group της δεξιάς του κεφαλαίου.

Το αντιμνημονιακό κίνημα που είχε προωθήσει το παραμύθι περί «εθνικού χρέους» δεν ήταν ποτέ ενιαίο· μέσα του συγκρούονταν αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα και αντιτιθέμενες πρακτικές. Το ίδιο αντιπαραθετική ήταν και η σχέση ανάμεσα στο «κίνημα» και αυτούς που «κοίταγαν τη δουλίτσα τους» στις αρχές της δεκαετίας. Τα συμφέροντα και οι πρακτικές αυτών των τελευταίων, δηλαδή τα συμφέροντα και οι πρακτικές της συντηρητικής μεσαίας επιχειρηματικής τάξης και της υποταγμένης εργατικής ουράς της, είναι που βγαίνουν σήμερα στο προσκήνιο με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Το αριστερό/«εναλλακτικό» επιχειρηματικό/φιλομεταναστευτικό target group των πολιτικών ημίμετρων και των μειωμένων προσδοκιών εκπλήρωσε το ρόλο του, έφαγε τα ψωμιά του και τίθεται πια στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής – απ’ όπου φυσικά θα προσπαθήσει να επανέλθει δριμύτερο γλύφοντας τις νέες κοινωνικές αντιστάσεις που θα εμφανιστούν με τον καιρό.

Ας φύγουμε όμως από το αριστερό αφήγημα της «δίκαιης ανάπτυξης για τους πολλούς» κι ας επιστρέψουμε στο σημερινό αφήγημα της «ανάπτυξης για όλους». Πράγματι, μειώθηκε ο ΕΝΦΙΑ και αυτό άρεσε στους ιδιοκτήτες ακινήτων, ορισμένοι εκ των οποίων θα επιδοθούν πλέον πιο άνετα στις airbnb μπίζνες τους. Ανακοινώθηκε επίσης η μείωση του φόρου των ελευθέρων επαγγελματιών. Από κει που πλήρωναν από 2.450 έως 3.450 ευρώ φόρου τον χρόνο (μαζί με το τέλος επιτηδεύματος), το 2020 θα πληρώσουν περί τα 400 με 600 ευρώ. Κι αυτό λόγω της αναδρομικής –για το τρέχον έτος– μείωσης του φόρου από το 22% στο 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ. Πράγματι είναι πολλοί, πάνω από 1 εκατ. ελεύθεροι επαγγελματίες, το 85% του συνόλου, αυτοί που δηλώνουν ετήσιο εισόδημα στα όρια ή κάτω από τον βασικό μισθό. Και έτσι, όλοι αυτοί, κερδίζουν από τη ρύθμιση. Ένα σημαντικό επίσης μέρος των φοροελαφρύνσεων πάει στους μετόχους (ο φόρος στα μερίσματα πέφτει από το 10% στο 5%) που μπορούν να συνεχίσουν να κεφαλαιοποιούν τα κέρδη τους, με ακόμη καλύτερους όρους.

Αυτή η ευκαιριακή ευδαιμονία για τους μειωμένους φόρους, η οποία δεν έχει τεκμηριωθεί εάν μπορεί να διαρκέσει (ενόσω παραμένει ο στόχος για τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ), πληρώνεται με αντίτιμο τη νέα εσωτερική υποτίμηση του εργατικού μισθού και τις περικοπές του κοινωνικού μισθού ντόπιων και μεταναστών.

Αυτή η δεύτερη εσωτερική υποτίμηση (για την οποία θα μιλήσουμε πιο αναλυτικά παρακάτω), η οποία έρχεται να ενισχύσει την κερδοφορία ήδη χρεωμένων επιχειρήσεων, συνοδεύεται από μια επιχείρηση «καθαριότητας», δηλαδή εκκαθάρισης του περιθωριακού προλεταριάτου, η οποία με τη σειρά της ικανοποιεί την κανιβαλική αισθητική της φοροαπαλλαγμένης μεσαίας και αστικής τάξης. Παρακάτω θα δούμε ότι αυτή η επιχείρηση εξυπηρετεί και πολλές άλλες επιδιώξεις.

Ας πιάσουμε όμως ένα-ένα τα συνθετικά στοιχεία της νέας επίθεσης στην εργατική τάξη.

Εξάρχεια – ή αλλιώς, πώς η Δεξιά δημιουργεί  θέαμα και πουλάει ανάπτυξη

«… Μέχρι προσφάτως, τα περισσότερα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας πίστευαν ότι τα αποτελέσματα της γκετοποίησης ανατρέπονται με μεθόδους επιβολής της τάξης. Αλλά νομίζω ότι έχουν καταλάβει πια ότι πρόκειται για πολυπαραγοντικό ζήτημα, στο οποίο παίζει κεντρικό ρόλο το πολεοδομικό σχήμα και η συναίνεση (μερική αλλά όχι ευκαταφρόνητη) των κατοίκων στις προβληματικές περιοχές. Σχετικά με τα Εξάρχεια χρειάζεται χειρουργική σε επίπεδο διάταξης του χώρου ― για παράδειγμα, ένας σταθμός μετρό καταμεσής στην πλατεία θα μπορούσε να αλλάξει τη φυσιογνωμία τους. Μεγάλος αριθμών “περαστικών” που δεν έχουν καμιά σχέση με τη γειτονιά, που απλώς αλλάζουν γραμμή μετρό, ενισχύουν το ποσοστό των μη εμπλεκομένων στην υπόθεση αναρχισμός-ναρκωτικά-λαθροπωλητές-περιπλανώμενοι μετανάστες-μαφιόζοι και τα τοιαύτα. Παραλλήλως, πρέπει να προχωρήσει το πρόγραμμα ενοποίησης του Πολυτεχνείου με το Αρχαιολογικό Μουσείο. […] Επιπροσθέτως, το μάτι του νόμου πρέπει να φτάσει στα στέκια των αναρχοπατέρων, των επιλεγόμενων αλληλέγγυων και των μικρο- και μεγαλο-εγκληματιών που βρίσκουν καταφύγιο στα Εξάρχεια. Σε καφενέδες, καταλήψεις και σε αλλόκοτα μαγαζάκια που δεν πουλάνε τίποτα συγκεκριμένο. Το πρόβλημα είναι ότι, καθώς οι πόλεις αποτελούν ζωντανούς οργανισμούς, αντιδρούν όπως το ζωντανό σώμα: η αρρώστια μεταδίδεται, εξελίσσεται σε επιδημία. […] Η αριστερά, το λένε οι ίδιοι οι εχέφρονες αριστεροί, επιτίθεται στον «φιλήσυχο» πολίτη. Η λέξη «νοικοκυραίοι» ακούγεται σαν βρισιά… Η αριστερά εγκατέλειψε την εργατική τάξη (διότι, τάχα, οι εργάτες «αστικοποιήθηκαν» λες και δεν ήταν αυτός ο αρχικός στόχος) και στράφηκε στο λούμπεν προλεταριάτο»

Σώτη Τριανταφύλλου, συνέντευξη στο liberal.gr, Σεπτέμβρης 2019

Με αφετηρία την εκκένωση δύο μεταναστευτικών-προσφυγικών καταλήψεων και δύο αναρχικών καταλήψεων στις 26 Αυγούστου, το μπαράζ επιθέσεων σε κατειλημμένους χώρους από τη δεξιά του κεφαλαίου φιλοδοξεί να συνεχιστεί μέχρι να υλοποιηθεί το σχέδιό της για την εκκένωση 23 προσφυγικών και αναρχικών καταλήψεων στα Εξάρχεια, όπως ανακοινώθηκε στις 8 Αυγούστου μετά από σύσκεψη 6 υφυπουργών και του δημάρχου Αθήνας. Οι κατασταλτικές επιχειρήσεις εναντίον των κατειλημμένων χώρων είναι μία μόνο πτυχή του σχεδιασμού αυτού που φέρει τον ευφημιστικό και παραπλανητικό τίτλο «ανάπλαση-ανασυγκρότηση των Εξαρχείων» και μάλιστα ακόμα και γεωγραφικά εκτείνεται αρκετά πιο πέρα, όπως θα δούμε παρακάτω, περιλαμβάνοντας τετράγωνα της ευρύτερης περιοχής του κέντρου της Αθήνας. Η κυριλοποίηση (επίσης γνωστή ως «εξευγενισμός» στην αργκό των ακαδημαϊκών) της γειτονιάς των Εξαρχείων με μακροπρόθεσμο στόχο την εκτόξευση των ενοικίων και την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης των γαιοπροσόδων και η απαραίτητη «εκκαθάρισή» της από εκείνες τις ενοχλητικές πολιτικές συλλογικότητες που οικειοποιούνται τον χώρο ενάντια στην καπιταλιστική αξιοποίησή του βρίσκονται στην καρδιά αυτής της εκστρατείας. Ταυτόχρονα, η επιχείρηση αυτή έχει και μια συμβολική αξία για τη δεξιά του κεφαλαίου, αφού προτάσσεται εμβληματικά ως απόπειρα βίαιου επαναπροσδιορισμού μιας περιοχής που ταυτίστηκε με την παραβατικότητα γενικά και μετατροπής της σε μοντέλο επιβολής της τάξης και της κανονικότητας. Την ίδια στιγμή χρησιμεύει και ως αντιπερισπασμός για να επισκιάζει τη γενικότερη αναβαθμισμένη επίθεση στο προλεταριάτο, παρουσιάζοντας την επιχείρηση «Εξάρχεια» ως άσχετη με το αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο και τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, ως απομονωμένη μέσα στην ιδιαιτερότητά της – κάτι που, δυστυχώς, αναπαράγει και ένα κομμάτι του κόσμου που κινείται ενάντιά της.

Στο παραπάνω εμετικό απόσπασμα μιας περσόνας που εκφράζει αρκετά καλά την προπαγάνδα του μεταμοντέρνου νεο-φιλελευθερισμού βλέπει κανείς ξεκάθαρα πώς πρώτον, αναρχισμός-ναρκωτικά-μετανάστες-μαφιόζοι είναι περίπου το ίδιο και δεύτερον, το κάτω πολυτεχνείο πρέπει να γίνει μουσείο ή κάτι παρόμοιο, δηλαδή κυριλέ και επιτηρούμενο με στόχο τη «μη-καταληψιμότητά» του από κομμάτια του κινήματος. Το πρώτο σημείο αφορά την κατάσταση ηθικού πανικού που αναπαράγεται από το κράτος και τα ΜΜΕ, δηλαδή τη ρητορική ότι οι γειτονιές μας μαστίζονται από εγκληματικά περιθωριακά στοιχεία που, επιτίθενται στην αστυνομία, ληστεύουν τον κοσμάκη, πουλάνε ναρκωτικά και είναι και αντιεξουσιαστές. Αυτή η ρητορική λειτουργεί θαυμάσια στο αποξενωμένο από συλλογικές διαδικασίες κομμάτι του πληθυσμού, κυρίως κεντρώους, απολίτικους ή συντηρητικούς, το οποίο στη συνέχεια καταχειροκροτάει τις εκκενώσεις των καταλήψεων και την επακόλουθη «πάταξη της αναρχίας», ώστε να γίνει η πλατεία Εξαρχείων «μια κανονική πλατεία». Το δεύτερο σημείο που μπορεί κανείς να εντοπίσει στον λόγο της περσόνας προφανώς κινείται στο ίδιο πνεύμα, αλλά κλείνει το μάτι σε μια μερίδα του κεφαλαίου που περιμένει να φύγουν οι «μετανάστες-σκόνη» και οι «αναρχικοί-σκουπίδια», με την ενοχλητική τους εμφάνιση και αισθητική, τις πορείες και τις καταλήψεις τους, για να πλουτίσει από τους πιο καλοβαλμένους επισκέπτες που ήδη κινούνται στα ακριβά εναλλακτικά μαγαζιά της Εμ. Μπενάκη, της Ασκληπιού και της Μαυρομιχάλη. Βλέπει κανείς ότι ο νέος κύκλος επίθεσης στις καταλήψεις των Εξαρχείων δεν είναι ο «εκφασισμός του κράτους», όπως θα ήθελε μια απλουστευτική ανάλυση των πραγμάτων· είναι η περαιτέρω δυσχέρανση των όρων επιβίωσής μας, με γνώμονα –για άλλη μια φορά– την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Προς το παρόν, η κινηματική δραστηριότητα σχετικά με αυτό το ζήτημα περιορίζεται σε συγκρούσεις με μπάτσους, και σε κινήσεις προπαγάνδισης υπέρ των καταλήψεων, με αντιρατσιστικό λόγο και με δράσεις αλληλεγγύης στους μετανάστες, και κατά της κυριλοποίησης των Εξαρχείων. Αυτές οι πρακτικές κινήσεις ήταν απαραίτητες για να ξεκινήσει ο αγώνας. Ελλοχεύει, όμως, ο κίνδυνος να υιοθετηθεί το μονοθεματικό/διαχωρισμένο μοντέλο αντίληψης της πραγματικότητας, σύμφωνα με το οποίο οι ξεχωριστές πλευρές του κοινωνικού ζητήματος παρουσιάζονται ως αυτόνομες η μία από την άλλη. Κατά τη γνώμη μας, αποτελεσματικοί μπορούν να είναι οι αγώνες που θέτουν στο στόχαστρο το κεφάλαιο ως συνολική κοινωνική σχέση και τους πολύμορφους τρόπους με τους οποίους μας επιβάλλει το τρίπτυχο εκμετάλλευση/αλλοτρίωση/πειθάρχηση. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι οι λογικές διαχωρισμένου αγώνα διευκολύνουν μόνο το έργο των Συριζαίων του κινήματος, οι οποίοι στηρίζουν και εμφυτεύουν λογικές υπεράσπισης αστικών δικαιωμάτων/κοινωνίας πολιτών/διαταξικών αγώνων.

Στρατηγικά και πολιτικά, ένα προλεταριακό κίνημα οφείλει να είναι επιθετικό και να θέτει στο στόχαστρο της κριτικής του το σύνολο της προλεταριακής εμπειρίας. Δεν μπορούμε να μένουμε μόνο σε κινήσεις αλληλεγγύης στους μετανάστες και στη διατήρηση των δικαιωμάτων και της στεγαστικής αυτονομίας τους. Το ίδιο σημαντικό είναι το ζήτημα του κοινωνικού μισθού για όλο το «πλεονάζον εργατικό δυναμικό», περιπλανώμενο, λανθάνον ή στάσιμο. Ούτε αντιλαμβανόμαστε την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ως απλή εισβολή της αστυνομίας στις σχολές. Δεν έχουμε στο νου μόνο την υπεράσπιση των καταλήψεων στα Εξάρχεια, αλλά θέλουμε να καταλάβουμε πώς θα μπορούσε η κατάληψη άδειων κτιρίων στις γειτονιές να συνδεθεί με τον αγώνα ενάντια στην περίφραξη και επιχειρηματικοποίηση των πανεπιστημίων, καθώς και με τον αγώνα για τον μισθό.

Η «κυριλοποίηση» ξανά στο προσκήνιο 

Παρότι, προς το παρόν τουλάχιστον, ως επίκεντρο της μεθοδικής κρατικής κατασταλτικής πολιτικής δολίως εμφανίζονται μονάχα τα Εξάρχεια, οι στοχεύσεις της δεξιάς του κεφαλαίου είναι σαφώς πιο ευρείες. Μία μόνο ματιά σε ένα χάρτη της Αθήνας να ρίξει κανείς αρκεί για να ψυλλιαστεί την κρατική στρατηγική. Καθώς τα Εξάρχεια, τόπος μεταξύ άλλων πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης και νεανικής κοινωνικοποίησης, συνορεύουν με δύο κρίσιμες, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, κεντρικές περιοχές –το λεγόμενο «ιστορικό κέντρο» που με τα χρόνια τουριστικοποιείται ολοένα και περισσότερο, ολοένα και εντονότερα· και τις ζώνες κατοικίας ξένων, σε μεγάλο βαθμό, προλετάριων (και κάποιων χίπστερ) μεταξύ της Γερανίου και της πλατείας Βικτωρίας, μέχρι την πλατεία Μεταξουργείου– ο επιχειρούμενος βιοπολιτικός έλεγχος πέριξ της «πλατείας» θα έχει γενικότερες επιπτώσεις.

Είναι γνωστό ότι οι μακροχρόνιες πολιτικές αποκέντρωσης μιας σειράς κομβικών δομών του κρατικού μηχανισμού (υπουργεία, δικαστήρια, πανεπιστημιακές σχολές κλπ.), σε συνδυασμό με τη μαζική έξοδο μικροαστικών και μεσαίων στρωμάτων προς τα προάστια της Αθήνας, στα Μεσόγεια και αλλού, ως επακόλουθο της έντονης κοινωνικής (ανοδικής) κινητικότητας των δεκαετιών ’90-00, άφησαν πίσω τους ένα τεράστιο κι απαξιωμένο οικιστικό απόθεμα, που αντιστοιχούσε σε περίπου 130.000 κενές κατοικίες ή το 40% της συνολικής δομημένης επιφάνειας των περιοχών αυτών, και στο οποίο κατέφυγαν μετανάστες εργάτες, ήδη από τα πρώτα χρόνια της μαζικής εισόδου τους.

Η ολοένα αυξανόμενη βαρύτητα της τουριστικής βιομηχανίας –και όλων εκείνων των καπιταλιστικών δραστηριοτήτων που την υποστηρίζουν και, ταυτόχρονα, αναπτύσσονται μαζί της (επισιτισμός, εμπόριο, οικοδομικές εργασίες κλπ)– στο, κατά βάση εκτατικό, εγχώριο μοντέλο συσσώρευσης επανέφερε, εύλογα, στο πολιτικό προσκήνιο τη συζήτηση που ξεκίνησε την επαύριο της εξέγερσης του 2008 και της εξαιρετικά βίαιης αντίδρασης των μεταναστών προλετάριων που, τουλάχιστον κατά την πρώτη εβδομάδα, βγήκαν αποφασισμένοι στους δρόμους των γειτονιών τους. Παρότι η σχεδόν δεκαετής πολιτική εσωτερικής υποτίμησης έχει διώξει πολλούς από αυτούς, η (αυτο)στέγαση μεταναστών παραμένει υψηλή σε κεντρικές συνοικίες της πόλης, εκεί δηλαδή όπου το real-estate κεφάλαιο επενδύει συντονισμένα τα τελευταία χρόνια, συνεχίζοντας τις διαδικασίες «κυριλοποίησης» της πόλης, τις οποίες η κρίση είχε αφήσει στην μέση. Δεν μπορεί παρά να το έχετε, άλλωστε, προσέξει: εκεί που κάποτε άνοιγαν μόνο ψαγμένες γκαλερί δίπλα σε μικροσκοπικά παντοπωλεία και παλιατζίδικα, πλέον ανακαινίζονται μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, ακόμη και σε «κακόφημες» γειτονιές του κέντρου, για να στεγάσουν όλους εκείνους τους τουρίστες, που ενώ παλιότερα έφευγαν καρφί για κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου, πλέον επιλέγουν την μητρόπολη για ένα ευχάριστο «city break».

Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η από-τα-κάτω υποστήριξη του μοντέλου βραχυχρόνιας ενοικίασης, δηλαδή του airbnb –ως μέσο συμπλήρωσης του πετσοκομμένου άμεσου κι έμμεσου μισθού και ως αντιστάθμισα της υψηλής φορολογίας στην ακίνητη περιουσία–, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο σε μεγαλύτερης κλίμακας επενδύσεις στον χώρο του real-estate (διαχείριση κατοικιών/διαμερισμάτων αποκλειστικά για το airbnb, ανάπτυξη της φάμπρικας απόκτησης golden visa μέσω των επενδύσεων σε κατοικίες πολλές εκ των οποίων καταλήγουν να εκμισθώνονται μέσω airbnb κλπ), επιταχύνοντας έτσι την ενσωμάτωση των κεντρικών συνοικιών στην αλυσίδα της τουριστικής βιομηχανίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική κατανομή αυτής της εξέλιξης: οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις καταχωρημένων ακινήτων, εκτός βέβαια από τα νησιά,  εμφανίζονται στον δήμο Αθηναίων. Κουκάκι, Ψυρρή, Μοναστηράκι, Πετράλωνα, Θησείο, Πλάκα, Κολωνάκι και, βεβαίως, Εξάρχεια. Και μάλιστα είναι στο εμπορικό τρίγωνο και το Μεταξουργείο εκεί όπου εμφανίζονται υψηλότερα τα ποσοστά των μεγαλοϊδιοκτητών, με περισσότερα από ένα καταχωρημένα διαμερίσματα/κατοικίες στην πλατφόρμα του airbnb. Εξετάζοντας, δε, τη μέση ετήσια πληρότητα, δηλαδή το ποσοστό των ημερών κατά τις οποίες ένα καταχωρημένο ακίνητο είναι μισθωμένο ανά έτος, σε όλο τον δήμο Αθηναίων βλέπουμε ότι αυτή έχει αυξηθεί σε 66% (από 57% το 2017 ή +15%), γεγονός που υποδεικνύει την επιμήκυνση της τουριστικής σεζόν και, ταυτόχρονα, συνεπάγεται την αποκλειστική αξιοποίησή του μέσω της βραχυχρόνιας εκμίσθωσης.

Σε ένα τέτοιο τοπίο, λοιπόν, όπου υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια (κερδοσκοπικά ή μη) βρίσκουν διέξοδο στην αθηναϊκή κατοικία και την εγχώρια τουριστική βιομηχανία εν γένει, είναι που το κράτος καλείται να εγγυηθεί ότι η καπιταλιστική κανονικότητα δεν θα διαταραχθεί άλλο. Και αυτό δεν μπορεί παρά να συνδέεται με τον επιχειρούμενο βιοπολιτικό έλεγχο τόσο του μεταναστευτικού όσο και του ντόπιου προλεταριάτου, που προορίζεται να ξεζουμιστεί στην τουριστική βιομηχανία και τους συναφείς με αυτή τομείς.

Η υλική και συμβολική επίθεση στις καταλήψεις και την αυτοδιάθεση των μεταναστών

Η βιοπολιτική διαχείριση των μεταναστών μέσα και από την καταστροφή της δυνατότητάς τους για σχετικά αυτόνομη στέγαση και κοινωνική ζωή είναι βασικό χαρακτηριστικό της επίθεσης σε αυτό το κομμάτι του προλεταριάτου που σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να θεωρείται περιττό. Η δεξιά του κεφαλαίου δεν πρωτοτύπησε όμως τον Αύγουστο του 2019· είχαν προηγηθεί οι κατασταλτικές ενέργειες του Σύριζα απέναντι σε καταλήψεις που είχαν ξεκινήσει ήδη από το 2016: εκκένωση 3 καταλήψεων στη Θεσσαλονίκη (Ιούλιος 2016), εκκένωση Βίλας Ζωγράφου και κατάληψης Αλκιβιάδου (Μάρτιος 2017), εκκένωση των καταλήψεων Gare, Ζαΐμη και Ματρόζου (Μάρτιος 2018 που όμως αργότερα ανακαταλήφθηκαν) και, τέλος, εκκένωση των καταλήψεων Αzadi, New Babylon, Cyclope, Clandestina (Απρίλιος 2019), σε προεκλογική περίοδο, με την επιχείρηση να διενεργείται προσεκτικά και χωρίς πολλές φανφάρες στο όνομα της «πάταξης του ναρκεμπορίου και της εγκληματικότητας» στα Εξάρχεια, στοχεύοντας κατά κύριο λόγο εχθρικές προς τον Σύριζα καταλήψεις.

Η ιδιαιτερότητα της κατασταλτικής αυτής διαχείρισης από την αριστερά του κεφαλαίου συνίστατο στο ότι συνδυαζόταν με μια αντιρατσιστική-μισοενταξιακή πολιτική απέναντι σε πρόσφυγες-μετανάστες, κομμάτι της γενικότερης μνημονιακής φιλανθρωπικής στρατηγικής της. Αυτό σήμαινε αφενός την (γενική) ανοχή και έμμεση στήριξη συγκεκριμένων καταλήψεων και αφετέρου την επιλεκτική καταστολή άλλων με συγκεκριμένα πάντα κριτήρια και σκοπιμότητες. Οι καταλήψεις δεν αντιμετωπίζονταν ως «διατάραξη οικιακής ειρήνης» ούτε καν ως παραβατική χρήση μισο-εγκαταλειμμένων κτηρίων· αντίθετα, η έμμεση στήριξη ορισμένων από αυτές αποτελούσε το αντιρατσιστικό άλλοθι του Σύριζα απέναντι στο κίνημα, ενώ ταυτόχρονα συνιστούσαν μια ανέξοδη για το κράτος αυτοδιαχείριση της φτώχειας και άρα έναν επιθυμητό μοχλό αποσυμπίεσης των κρατικών υποδομών

Με το target group της δεξιάς του κεφαλαίουτελείως εχθρικό σε τέτοιες στρατηγικές και με ένα κόμμα στην εξουσία που δεν διαθέτει διαύλους επικοινωνίας με κομμάτια του κινήματος, η διαχείριση του μεταναστευτικού προλεταριάτου μοιραία αλλάζει. Άλλωστε, η υπόσχεση «να αποκατασταθεί ο νόμος και η τάξη» δεν ήταν τυχαία ένα από τα βασικά συνθήματα της προεκλογικής καμπάνιας που έφερε τη δεξιά στην εξουσία. Η μέχρι τώρα ελάφρυνση των –ισχνών ούτως ή άλλως– κρατικών αναπαραγωγικών δαπανών μέσω της αφομοίωσης ή της ανεκτικότητας των κινηματικών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να διατηρηθεί γιατί παράγει αυτονομία και διάλυση του ιστού της επιτήρησης.

Η συγχώνευση του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής με το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και επίσης η μεταφορά στο τελευταίο της Ειδικής Γραμματείας Συντονισμού και Διαχείρισης Προγραμμάτων, του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης και του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας και Άλλων Πόρων από το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, δείχνει συνεπώς ότι συνολικά η διαχείριση του μεταναστευτικού θα υπάγεται στη δικαιοδοσία της Αστυνομίας, ακόμα και στο οικονομικό της σκέλος. Άρα, η μεταφορά της πλήρους αρμοδιότητας στους κατασταλτικούς θεσμούς συνεπάγεται και δραστικό περιορισμό της όποιας άλλης διάστασης είχε το μεταναστευτικό  την περίοδο που κυβερνούσε η αριστερά του κεφαλαίου και αφορούσε στις συνδέσεις της με το αυτοδιαχειριστικό κίνημα με στόχο τη  μετακύλιση μέρους του κόστους συντήρησης των μεταναστών στο ίδιο το κίνημα.

Η επιχειρούμενη δεξιά πολιτική έχει αρχίσει τη μείωση των κρατικών αναπαραγωγικών δαπανών για τους μετανάστες και γι’ αυτό καταφεύγει στην αναγκαία συνοδευτική προπαγάνδα που προς το παρόν παίρνει τη μορφή α) λαϊκίστικων ηθικών πανικών περί της ανάγκης «πάταξης της ανομίας και της εγκληματικότητας» (όροι που έχουν πολλαπλές αναγνώσεις συμπεριλαμβάνοντας μετανάστες, αντιεξουσιαστές, μικροπαραβατικούς κλπ) και β) καθαρών ψεμάτων για «σπατάλες» και «προνόμια» που υποτίθεται απολάμβαναν οι πρόσφυγες και τώρα αίρονται.

Έτσι, μια σειρά μέτρων που ήδη εφαρμόζονται για την περικοπή των δαπανών έβαλαν στο στόχαστρο τον ήδη περιορισμένο κοινωνικό μισθό των μεταναστών πλήττοντας την αναπαραγωγή τους στο σύνολό της:

  • Τον Ιούλιο του 2019 ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ανακάλεσε εγκύκλιο του Ιουνίου με την οποία απλοποιούνταν οι διαδικασίες απόδοσης ΑΜΚΑ, μεταξύ άλλων, σε αιτούντες και σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας, πράγμα που θα δυσχεράνει την πρόσβασή τους σε παροχές υγείας αλλά και σε εκπαίδευση ή εργασία. (Εδώ, ας προσθέσουμε, ότι η κάλυψη της υγειονομικής φροντίδας των προσφύγων-μεταναστών, όπου υπήρχε, δεν βάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά κυρίως βασιζόταν σε κοινοτικούς πόρους –περίπου 30 εκατ. ευρώ– από 2 ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία –ISF/AMIF– που αφορούν την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών υγειονομικής φροντίδας των προσφύγων-μεταναστών στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης στα νησιά και στα στρατόπεδα, ενώ ήδη εφαρμόζεται νέο κοινοτικό πρόγραμμα -Philos 2-, συνολικού ύψους 50 εκατ. ευρώ).
  • Τον αποκλεισμό των χωρίς χαρτιά ανασφάλιστων μεταναστών από τη δωρεάν περίθαλψη προανήγγειλε ουσιαστικά, με το λαϊκίστικο και ξενοφοβικό σύνθημα «Ούτε ένα ευρώ των Ελλήνων φορολογουμένων χαμένο», εγκύκλιος του υπουργείου Υγείας τον Αύγουστο του 2019,αφού  πλέον καλύπτονται μόνο οι«πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λοιπών τρίτων χωρών, οι οποίοι διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα παραμονής στην Ελλάδα».
  • Η μείωση του κοινωνικού μισθού των μεταναστών αφορά και στην εκπαίδευση των παιδιών τους. Η δεξιά κυβέρνηση εξήγγειλε ότι δικαίωμα στην εκπαίδευση στο δημόσιο σχολείο θα έχουν μόνο οι πρόσφυγες που έχουν πάρει άσυλο, οι οποίοι είναι ένα πολύ μικρό ποσοστό σε σχέση με το σύνολο των προσφύγων που υπάρχουν στη χώρα, ενώ η σχεδιαζόμενη αυστηροποίηση του συστήματος απόδοσής του θα περιορίσει τον αριθμό τους και άλλο. Αυτό φυσικά θα οδηγήσει όχι μόνο σε μείωση του αριθμού των προσφυγοπαίδων στο σχολείο αλλά και των αναπληρωτών/τριών εκπαιδευτικών που εργάζονται στον θεσμό. Παράλληλα προχώρησε σε μείωση του αριθμού των Συντονιστών Εκπαίδευσης Προσφύγων και υποστελέχωσε αρκετές περιοχές.
  • Αν και προς το παρόν εξακολουθεί να ισχύει η ελεύθερη πρόσβαση στα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς αστέγων και προσφύγων (αφού τον Φεβρουάριο του 2018, μετά από απόφαση του ΟΑΕΔ, μπόρεσαν να εγγραφούν στα μητρώα ανέργων ομάδες πληθυσμού που μέχρι τότε δεν είχαν αυτό το δικαίωμα, όπως άστεγοι και πρόσφυγες), στις μετακινήσεις με τραίνα της –ιδιωτικοποιημένης επί Σύριζα– ΤΡΑΙΝΟΣΕ έπαψε να ισχύει η ανοχή και χαλαρότητα για όσους μετανάστες δεν έχουν εισιτήριο, προφανώς μετά από εντολή του υπουργείου προς τη διοίκηση της εταιρείας.

Καθώς ο αριθμός πλέον των προσφύγων/μεταναστών μέσα στη χώρα έχει αυξηθεί παρά την εφαρμογή της συμφωνίας της ΕΕ με την Τουρκία (φτάνοντας τους 140.000, εκ των οποίων 50.000 αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, 13.434 με στάτους εφάμιλλο των προσφύγων και γύρω στις 80.000 αιτούντες άσυλο) και καθώς όλο και περισσότεροι ήδη προσπαθούν να μπουν στην Ευρώπη λόγω των πολιτικών βίαιης απαξίωσης που έχουν υποστεί στις χώρες τους, η ξενοφοβική ρητορική της κυβέρνησης αναγκαστικά θα υποχωρήσει υποκλινόμενη στον φιλοευρωπαϊκό της προσανατολισμό.

Από τη μια, αυτό σημαίνει ότι θα ακολουθηθεί μια πολιτική που θα συνδυάζει την καθαρή καταστολή (αύξηση της επιτήρησης των συνόρων, σε συνεργασία τόσο με τη FRONTEX και τις ευρωπαϊκές αρχές, όσο και με το ΝΑΤΟ, χρήση νέων τεχνολογιών –«απλές» και θερμικές κάμερες, drones κλπ.– σε μια πιο εντατική θαλάσσια επιτήρηση και αύξηση των ελέγχων της Αστυνομίας σε νησιά και ηπειρωτική Ελλάδα) με κάποια τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου για να διευκολυνθούν οι απελάσεις οι οποίες, ωστόσο, όπως έχει αποδειχτεί, όσο και να αυξηθούν, δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένες. Ταυτόχρονα, όπως ανακοινώθηκε, θα δημιουργηθούν κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα, δηλαδή νέες Αμυγδαλέζες, και θα αυξηθούν οι «επιστροφές» των μεταναστών αυτών που είναι χωρίς χαρτιά και δεν δικαιούνται άσυλο.

Από την άλλη, όπως είπαμε, ως βασική στρατηγική που θα αφορά τους ήδη υπάρχοντες αναγνωρισμένους πρόσφυγες όσο και τους πολλαπλάσιους αιτούντες που δεν μπορούν να απελαθούν είτε για νομικούς είτε για πολιτικούς λόγους, προκρίνεται η χρήση βιοπολιτικών όπλων για τη δραστική μείωση του ήδη ισχνού κοινωνικού μισθού τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίθεση στις καταλήψεις στέγης, πέρα από την εκδίωξη «παρανόμων» μεταναστών, είναι μια βιοπολιτική επίθεση στους όρους ύπαρξης και ριζώματος αυτών των ανθρώπων, κάνοντας ακόμα πιο επισφαλή την παρουσία τους. Με άλλα λόγια, επειδή και η νέα κυβέρνηση θα είναι αναγκασμένη να κρατήσει εντός των συνόρων ένα μεγάλο κομμάτι περιττού, κατά βάση μεταναστευτικού, προλεταριάτου θα κάνει ό,τι μπορεί να το περιορίσει και να το φτηνήνει και όχι να το απελάσει μαζικά.

Για να γίνει όμως το πεδίο των κρατικών αναπαραγωγικών δαπανών ένα πεδίο συνάντησης και κοινών αγώνων ντόπιων και μεταναστών θα πρέπει πρώτα ο δουλοπρεπής ντόπιος (και αυτό το «ντόπιος» περιλαμβάνει και τους παλιούς μετανάστες) συνταξιούχος και μισθωτός που εξακολουθεί να διαμαρτύρεται ότι του «κόβουν τον μισθό και τη σύνταξη για να τα δώσουν ως επιδόματα στους αλλοδαπούς και στους δήθεν άνεργους» να αλλάξει τη νοοτροπία του. Πράγμα πολύ δύσκολο μετά από τόσα χρόνια παθητικότητας και υποχώρησης του κινήματος.

Περί ασύλου: καταστολή και αναδιάρθρωση

Η εκπαίδευση δε θα μπορούσε να μείνει στο απυρόβλητο. Το σήμα δόθηκε ήδη με την εκ νέου θεσμική κατάργηση του ασύλου εν μέσω θέρους. Η προηγούμενη κυβέρνηση ήξερε ότι για την εξασφάλιση της ταξικής ειρήνης, προαπαιτούμενο μέσα σ’ άλλα, ήταν να χαϊδέψει τα αυτιά του αγωνιζόμενου κομματιού της πανεπιστημιακής κοινότητας με την κατάργηση του νόμου Διαμαντοπούλου και την επαναπρόσληψη των απολυμένων το 2013 διοικητικών υπαλλήλων. Από το 2015 και μετά, το κίνημα στα πανεπιστήμια, σε σύμπνοια με την υπόλοιπη κοινωνία, πέρα από σποραδικούς αγώνες, δεν κατάφερε να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στη συνεχιζόμενη επίθεση στον κοινωνικό μισθό, στην εντατικοποίηση των σπουδών και την επιχειρηματικοποίηση των πανεπιστημίων. Σήμερα, η νέα κυβέρνηση βρίσκει το έδαφος στρωμένο. Δεν χρειάζονται πια γλυκόλογα. Η Κεραμέως επιλέγει την κατά μέτωπο επίθεση με ιδεολογικό όπλο το αφήγημα περί ανομίας· ακριβώς όπως γίνεται και με την επιχείρηση «Εξάρχεια». 

Μπορούμε λοιπόν να διακρίνουμε δύο πτυχές στη στοχοθεσία της δεξιάς διακυβέρνησης αναφορικά με την εκπαίδευση. Από τη μία έχουμε το ιδεολογικό επίπεδο, τη σύνδεση της συνθήκης πανεπιστήμιο με την προωθούμενη τρομολαγνεία· κομμάτι του ευρύτερου σχεδιασμού (που περιγράφτηκε παραπάνω) για την εξαφάνιση των αρνήσεων  της εργατικής τάξης και των αναγκών της από τη δημόσια σφαίρα και με τις απαιτήσεις της μεσαίας τάξης για ασφάλεια και προστασία της ιδιοκτησίας (ή ακόμα για μείωση της φορολογίας) να μπαίνουν σε πρώτη μοίρα. Από την άλλη, έχουμε το επίπεδο των υλικών σχέσεων. Αυτό αφορά πρώτον την καταστολή του κινήματος, και δεύτερον, την ευρύτερη περικοπή κοινωνικών δαπανών, ως μέσο για τη συνέχιση της αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης σύμφωνα με τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Όπως και η προηγούμενη κυβέρνηση, έτσι και αυτή ξέρει πολύ καλά ότι το πανεπιστήμιο –με τις ανοιχτές και κατειλημμένες υποδομές του και την κατά καιρούς μετατροπή του σε κέντρο αγώνα– κατέχει κομβικό ρόλο για το προλεταριακό κίνημα συνολικά· τόσο δηλαδή για τους φοιτητές-εργαζόμενους εντός του, όσο και για τα υπόλοιπα αγωνιζόμενα υποκείμενα που σήμερα επιχειρεί να αποκλείσει. Η περιστολή της κινηματικής δραστηριότητας δεν είναι φυσικά ανεξάρτητη από τη σχεδιαζόμενη αναδιάρθρωση του πανεπιστημίου στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων εντός του καθώς και της διασύνδεσης της εκπαίδευσης γενικότερα με το κύκλωμα παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Θέλουν να βγάλουν το κίνημα από τη μέση και να βάλουν μπροστά την «ανάπτυξη». Συγκεκριμένα, σε αυτή την κατεύθυνση, η Κεραμέως έχει ήδη προαναγγείλει νέο εκπαιδευτικό νόμο που θα περιλαμβάνει: τη σύνδεση της αξιολόγησης των ιδρυμάτων με τη χρηματοδότησή τους, που θα αποτελεί ευλογοφανώς τη βάση για την κατάργηση τμημάτων και Ιδρυμάτων· το ξεσκαρτάρισμα φοιτητών μέσω της επαναφοράς του ν+2· την καθιέρωση ελάχιστης βάσης εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και συνακόλουθα μείωση των εισακτέων και στροφή στην όλο και πιο υποβαθμισμένη τεχνική εκπαίδευση· την επέκταση της μπίζνας των ιδρυμάτων μέσω της καθιέρωσης ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών· την ενίσχυση των συμφωνιών με εργολαβίες με τη μορφή ΣΔΙΤ(για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω)· την αναμόρφωση των διοικητικών οργάνων του πανεπιστημίου με στόχο τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των πανεπιστημίων από το κράτος και τέλος την ανανέωση του θεσμικού πλαισίου για την προώθηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας μέσω της καθιέρωσης ευρεσιτεχνιών και της δημιουργίας ημι-αυτόνομων επιχειρήσεων (spin-offs) για να εισρέουν ακόμη περισσότερα ευρωπαϊκά κονδύλια για έρευνα και ανάπτυξη. Η υπουργός δεν δίστασε μάλιστα να μιλήσει για ηλεκτρονικές μπάρες και facecontrol στις εισόδους των πανεπιστημιακών χώρων– προφανώς για να αποστειρώσει τους χώρους της ακαδημαϊκής βιομηχανίας από πιθανούς σαμποτέρ!

Εργασιακές σχέσεις για άνοδο της κερδοφορίας και σώσιμο των πολλών υπό πτώχευση εταιρειών

Ό,τι φούμαρα για «ανάπτυξη» κι αν πουλάνε οι κυβερνώντες, η αλήθεια είναι ότι η αποεπένδυση συνεχίζεται ακάθεκτη ως αποτέλεσμα της δεκαετούς εφαρμογής των μνημονίων, δηλαδή της μεθοδευμένης από τα πάνω πολιτικής της απαξίωσης σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου παρατηρείται μείωση -62,8% (!) στο σύνολο της οικονομίας την περίοδο 2008-2018.

Ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης αποεπένδυσης κεφαλαίου, μειώθηκε η παραγωγικότητα της εργασίας στο σύνολο της οικονομίας την περίοδο 2008-2018(-15,8%), ενώ εδραιώθηκε η καθήλωση του εγχώριου παραγωγικού μοντέλου σε στρατηγικές άντλησης απόλυτης υπεραξίας, δηλαδή σε στρατηγικές ασύδοτης επέκτασης της εργάσιμης μέρας και μείωσης των μισθών. Το γεγονός αυτό αντανακλάται και στην αύξηση της βαρύτητας της εγχώριας τουριστικής βιομηχανίας και των συναφών υπηρεσιών που τη στηρίζουν στο ΑΕΠ (οι τεχνοκράτες υπολογίζουν ότι 25-30% του ΑΕΠ οφείλεται άμεσα ή έμμεσα στον τουριστικό τομέα, ο οποίος ταυτόχρονα συνδέεται με το 38-45% της συνολικής απασχόλησης), αλλά και στη σημασία που δίνει το κράτος στη διασφάλιση της κερδοφορίας αυτών ειδικά των κλάδων. Πράγματι, όπως θα δούμε παρακάτω, σημαντικό κομμάτι των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων έρχεται για να μειώσει τις μισθολογικές προσδοκίες, να ενθαρρύνει την εργοδοτική αυθαιρεσία και να εντατικοποιήσει την εκμετάλλευση της εργασίας.

Στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας οι μέσες μηνιαίες αποδοχές έπεσαν κατά -28% (από 1.250 ευρώ στα περίπου 900 ευρώ) την ίδια περίοδο. Έτσι ενώ το 2010 μισθό μικρότερο των 500 ευρώ λάμβανε «μόλις» το 11,3% των μισθωτών το 2018 το ποσοστό αυτό υπερδιπλασιάστηκε και έφτασε το 25,3%. Ακόμη πιο σημαντική είναι η διαφορά, αν ληφθεί ως μισθολογικό όριο αναφοράς τα 700€. Το 2010 μόλις το 17,5% των μισθωτών (η λεγόμενη «γενιά των 700 ευρώ») βρίσκονταν κάτω από αυτό το όριο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό εκτινάσσεται σε 40,3% το 2015 και 42,7% το 2018…

Όταν διαβάζει κανείς τα στατιστικά στοιχεία, εντυπωσιάζεται επίσης από την αύξηση των νέων προσλήψεων υπό καθεστώς μερικής ή εκ περιτροπής εργασίας: +72,6% την περίοδο 2009-2018!

Αύξηση της απασχόλησης, με χαμηλότερους, όμως, μισθούς καταγράφουν για το 2018 και τα στοιχεία του ΕΦΚΑ. Τα στοιχεία αφορούν τον Νοέμβριο του 2018 και αποτελούν την πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα γιατί στηρίζονται στις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (ΑΠΔ) των επιχειρήσεων. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι οι νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται σε δραστηριότητες σχετικά χαμηλής παραγωγικότητας και χαμηλής αμοιβής, είτε είναι πλήρους απασχόλησης είτε μερικής. Καταδεικνύουν δε, παράλληλα, ότι από το σύνολο των 2,2 εκατ. μισθωτών εργαζομένων σε 274.750 επιχειρήσεις και οικοδομικά έργα της χώρας, σχεδόν ένας στους τρεις, συγκεκριμένα 650.000, εργάζονται σε ευέλικτες θέσεις εργασίας μερικής απασχόλησης και αμείβονται με μέσο μισθό μόλις 384 ευρώ μεικτά, ενώ ο μέσος μηνιαίος μισθός του 1,5 εκατ. εργαζομένων με πλήρη απασχόληση δεν ξεπερνάει τα 1.137 ευρώ μεικτά.

Τα στοιχεία από την ετήσια έκθεση της ΓΣΕΕ επίσης δείχνουν ότι η συνεχιζόμενη απαξίωση της εργασιακής δύναμης πέτυχε κατά τη διάρκεια της πενταετούς κυβερνητικής θητείας του Σύριζα την αντιστροφή της πτωτικής τάσης των καθαρών κερδών, ως ποσοστό της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, και την σταθεροποίησή τους κοντά στο 30% αυτής (εξαιρούνται οι τράπεζες και λοιπές χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις).

Οι εργάτριες εξακολουθούν να υφίστανται το μεγαλύτερο βάρος της απαξίωσης. Από τα στοιχεία του ΕΦΚΑ που αφορούν τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο σε επιχειρήσεις με δέκα ή και περισσότερους απασχολούμενους προκύπτει ότι το 56% είναι άνδρες, ενώ από τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο το 55% είναι γυναίκες. Το χάσμα που χωρίζει τα δύο φύλα σε σχέση με τις αμοιβές είναι σημαντικό, καθώς το ημερομίσθιο από τακτικές αποδοχές των γυναικών για την απασχόληση με πλήρες ωράριο είναι το 87% του αντίστοιχου ημερομισθίου των ανδρών, ενώ για την απασχόληση με μειωμένο ωράριο είναι το 95%.

Από τις πρώτες μέρες της θητείας της η νέα κυβέρνηση έδειξε τις προθέσεις της με την κατάργηση δύο προεκλογικών νόμων του Σύριζα που αποσκοπούσαν στο καλόπιασμα των ψηφοφόρων της εργατικής τάξης. Ακύρωσε τον λεγόμενο Βάσιμο Λόγο Απόλυσης και κατάργησε τη «συνευθύνη» εργολάβου και αναθέτοντος το έργο.

Η νομοθέτηση του βάσιμου λόγου εισήγαγε αναγκαστικά στις απολύσεις τον έλεγχο του λόγου που δικαιολογεί μια απόλυση, έλεγχος που είχε αδυνατίσει εξαιρετικά από τη στάση της νομολογίας των δικαστηρίων, ιδίως τα τελευταία χρόνια. Αξίζει να θυμίσουμε ότι στο εργατικό δίκαιο, όπως είναι διαμορφωμένο ήδη από την περίοδο 1920 – 1955, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει στο έγγραφο της καταγγελίας την απόλυση. Ο ΣΕΒ και οι δεξιοί χρησιμοποίησαν α) το επιχείρημα ότι ο βάσιμος λόγος απόλυσης σήμαινε «ηλεκτρονικό φακέλωμα των εργαζομένων» και β) το επιχείρημα ότι η κατάργηση του «βάσιμου λόγου απόλυσης» έγινε καθώς θα ετίθετο σε κίνδυνο η καταβολή αποζημίωσης.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει φυσικά καμία σχέση με το ισχύον δίκαιο. Το επιχείρημα που προβλήθηκε στην αιτιολογική έκθεση του καταργητικού νόμου, ότι η καταργηθείσα ρύθμιση ήταν ανεπιτυχής και προκάλεσε «σύγχυση και στρέβλωση τελικά του πνεύματος και του γράμματος του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ως προς τα ξεχωριστά και διακριτά προστατευόμενα δικαιώματα των εργαζομένων που θεσπίζονται με αυτό», είναι γελοίο, αφού η «επαρκής» αποζημίωση απόλυσης (που σήμερα έχει γίνει ανεπαρκής αφού υποπενταπλασιάστηκε κατά την περίοδο των μνημονίων) αποτελεί βασικό στοιχείο του ισχύοντος από το 1920 δικαίου. Όπως έδειξαν ορισμένοι νομικοί στη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε την κατάργηση του προεκλογικού συριζάδικου νόμου, το επιχείρημα του ΣΕΒ και της ΝΔ «στηρίζεται σε μια προφανή στρέβλωση ή, έστω, παρανόηση του γράμματος και του πνεύματος του άρθρου 24. Η αποζημίωση του ελληνικού δικαίου (ν. 2112/1920) διαφέρει ουσιωδώς ως προς τη φύση της από την αποζημίωση του άρθρου 24. Η πρώτη αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία, “εν ευρεία εννοία αντάλλαγμα” για την παρασχεθείσα επί σειρά ετών εργασία, ένα είδος αποθησαυρισμένου μισθού. Αντίθετα, η δεύτερη αποτελεί μια ειδική κύρωση για την απόλυση που γίνεται χωρίς βάσιμο λόγο». Από τι απαλλάχτηκαν λοιπόν τα αφεντικά; Απαλλάχτηκαν από τη συσσώρευση δύο αποζημιώσεων, τον μπελά να είναι υποχρεωμένοι για πρώτη φορά να επιδείξουν ένα βάσιμο λόγο απόλυσης και τον «αέρα» που θα έπαιρναν οι εργαζόμενοι που θα ήθελαν ―λέμε τώρα!― να μπλοκάρουν τη μνημονιακή νομοθεσία για τη διευκόλυνση των μαζικών απολύσεων.

Όσον αφορά τον δεύτερο νόμο που κατάργησε η δεξιά του κεφαλαίου, ας θυμίσουμε ότι στην Ελλάδα το αφεντικό που χρησιμοποιεί εργολάβους, απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη και οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε απόλυτο κενό, όταν μείνουν απλήρωτοι από τους εργολάβους και υπεργολάβους. Δεδομένης, δε, της ανακοινωμένης πρόθεσης της δεξιάς του κεφαλαίου να επεκτείνει το μοντέλο των υπεργολάβων σε κρατικές δομές, όπως νοσοκομεία, ακόμη και για τον διαγνωστικό έλεγχο, δεν θέλει πολύ για να καταλάβει κανείς το τι και το πώς της εν λόγω νέας ρύθμισης.

Ο νυν υπουργός Εργασίας ισχυρίστηκε ότι η ρύθμιση της προηγούμενης κυβέρνησης για την κοινή και αλληλέγγυα ευθύνη του επιχειρηματία και του εργολάβου του, καθώς και του υπεργολάβου έναντι των εργαζομένων, «είχε προκαλέσει σύγχυση στην αγορά εργασίας». Κάτι τέτοιο φυσικά δεν ισχύει, διότι η «συνευθύνη» δεν είχε καν προλάβει να εφαρμοστεί. Άλλωστε, η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση της αριστεράς του κεφαλαίου απλά επέκτεινε τη ρύθμιση του Αστικού Κώδικα για τη συνευθύνη του αναθέτοντος στα οικοδομικά έργα, που ισχύει εδώ και περίπου 80 χρόνια, χωρίς ποτέ κανείς να ισχυριστεί ότι «δημιούργησε σύγχυση στην αγορά».

Αλλά όλα αυτά δεν ήταν παρά μόνο μια εισαγωγή στις αλλαγές που έρχονται με το αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο:

  • «Εξαιρέσεις» και χτύπημα στις κλαδικές συμβάσεις εργασίας. Θεσπίζονται εξαιρέσεις στην εφαρμογή τους, στο όνομα των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν «σοβαρά οικονομικά προβλήματα» και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή συνδιαλλαγής ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή «οικονομικής εξυγίανσης». Με το νομοσχέδιο δίνεται, κατ’ αρχάς, η δυνατότητα στους συμβαλλόμενους της κλαδικής σύμβασης να αποφασίζουν την εξαίρεση συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Αν οι περίφημες εργοδοτικές «ενώσεις προσώπων» λειτουργήσουν, έχει καλώς για τα αφεντικά· αν όμως αυτό δεν συμφωνηθεί και από τα δύο μέρη της κλαδικής, τότε δίνεται το δικαίωμα  της απόφασης αποκλειστικά στα αφεντικά και νομοθετείται η υπερίσχυση επιχειρησιακών και τοπικών κλαδικών συμφωνιών που συνήθως προβλέπουν χαμηλότερες αμοιβές έναντι των εθνικών κλαδικών. Επιπλέον, ο υπουργός Εργασίας θα έχει τον απόλυτο έλεγχο εξειδικεύοντας με Υπουργικές Αποφάσεις τις περιπτώσεις των επιχειρήσεων που θα εξαιρούνται κάθε φορά.
  • Ενίσχυση της μερικής απασχόλησης. Εργοδότης και μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Καρατομείται στην πραγματικότητα η υπερωριακή αποζημίωση και θεσπίζονται υπερωριακές προσαυξήσεις δύο ταχυτήτων, άλλη για τους πλήρους απασχόλησης εργαζόμενους και άλλη για τους μερικής: από 40% (έως και 80% για άνω των 120 ωρών νόμιμης υπερωρίας ετησίως) η προσαύξηση για την υπερωρία στην μερική απασχόληση μειώνεται σε 12% επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας που θα παράσχει ο μερικώς απασχολούμενος.
  • Εκπτώσεις στην εργοδοτική παραβατικότητα. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως πολέμια της αδήλωτης εργασίας διατηρώντας το πρόστιμο των 10.500 ευρώ για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο και με προσαυξήσεις όταν διαπιστώνεται υποτροπή του εργοδότη. Ωστόσο, με ξεχωριστή διάταξη, προβλέπονται και προϋποθέσεις πολύ μεγάλων εκπτώσεων. Αν ο εργοδότης προσλάβει τον αδήλωτο εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση, το πρόστιμο πέφτει μόλις στα 2.000 ευρώ, ενώ εκπτώσεις προβλέπονται και στις εποχικές εργασίες όπου η διάρκεια πρόσληψης πέφτει από το 12μηνο στο 3μηνο.
  • Τέλος στη μονομερή προσφυγή στον ΟΜΕΔ. Με το νομοσχέδιο ακρωτηριάζεται και η Διαιτησία, που βρίσκεται στο στόχαστρο των εργοδοτών από τότε που πρωτονομοθετήθηκε με τον Ν.1876/90. Η συνταγματικότητα της Διαιτησίας και του δικαιώματος των ενδιαφερομένων να προσφεύγουν μονομερώς σε αυτήν επιβεβαιώθηκε με την ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 25/2014. Περαιτέρω, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφασή της 2307/2014 έκανε ακόμα ένα βήμα: έκρινε ότι η (μνημονιακή) νομοθετική κατάργηση του δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία παραβιάζει το Σύνταγμα, αφού το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής θεμελιώνεται στο ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 2). Με τις δύο αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων υπερκεράστηκαν και οι παλαιότερες συστάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για περιορισμό του ελληνικού συστήματος Διαιτησίας. Τώρα η μονομερής προσφυγή στη Διαιτησία από κανόνας μετατρέπεται σε ισχνή εξαίρεση, όταν δεν στραγγαλίζεται. Η προσφυγή στη Διαιτησία από δω και μπρος μπορεί να γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων με συμφωνία και των δύο μερών. Αντίθετα, η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία επιτρέπεται, ως έσχατο και επικουρικό μέσο επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας, μόνον εάν η συλλογική διαφορά αφορά επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, ή αν αποτύχουν οριστικά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και η επίλυσή της επιβάλλεται από «υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος». Δηλαδή πρακτικά ποτέ στις ιδιωτικές επιχειρήσεις.
  • Μητρώο σωματείων, ηλεκτρονική ψηφοφορία. Όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα έχουν υποχρέωση να εγγράφονται στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων. Θα τηρούνται στοιχεία, όπως καταστατικό, αριθμός μελών, σύνθεση οργάνων διοίκησης, ακόμα και οικονομικές καταστάσεις ή πηγές χρηματοδότησης των σωματείων, ολοκληρώνοντας έτσι το φακέλωμα από το κράτος. Επίσης καθιερώνεται η ηλεκτρονική ψηφοφορία για αποφάσεις των σωματείων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την κήρυξη απεργίας. Η ρύθμιση αυτή έρχεται να ολοκληρώσει τον νόμο Αχτσιόγλου, που επέβαλε το 50%+1 των μελών για να είναι έγκυρη μια απεργιακή απόφαση.

Και ο επίλογος από ποιους θα γραφτεί;

Η επίθεση στην απείθαρχη εργατική τάξη είναι ο μόνος δεξιός ρεβανσισμός που βλέπουμε εμείς μέχρι στιγμής (και καμία επίθεση ενάντια στα πολιτικά στελέχη του Σύριζα δεν παίζει, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι τελευταίοι). Ο αφοπλισμός του συνόλου εν τέλει της εργατικής τάξης, που ευνοείται από τη συνεχιζόμενη κατάσταση ύπνωσης στην οποία βρίσκεται η πλειοψηφία της τάξης μας τα τελευταία χρόνια και την αποσύνθεση που επικρατεί εντός των μεγάλων συνδικάτων/ομοσπονδιών, συνεχίζεται με νέα σφοδρότητα, μαζί και οι «μνημονιακές» –αν και χωρίς επίσημα μνημόνια– πολιτικές λιτότητας, συνοδευόμενες από το ανούσιο και άχαρο πια παραμύθι της «ανάπτυξης για όλους» που όλο την περιμένουν κι όλο στον δρόμο είναι. Είναι βέβαιο πάντως ότι και το νέο μοντέλο διαχείρισης της καπιταλιστικής σχέσης που διαδέχεται το συριζέικο μοντέλο της αφομοίωσης και της επιλεκτικής καταστολής θα δημιουργήσει καινούργιες αντιφάσεις. Μπορεί προς το παρόν να φαίνεται ότι έχει πέραση το νέο εθνικό πολιτικό αφήγημα, που βασίζεται στον συνδυασμό μείωσης της φορολογίας με πάταξη της ανομίας. Οι κοινωνικές συνέπειές του όμως, η περικοπή δηλαδή των κοινωνικών δαπανών που αρχικά αφορούν στην υγεία, την παιδεία και τις μετακινήσεις του πιο αδύναμου κρίκου του προλεταριάτου, των μεταναστών, και εν συνεχεία περιλαμβάνουν τον άμεσο και κοινωνικό μισθό του ντόπιου προλεταριάτου, θα δημιουργήσει αντιδράσεις.

Τη σημερινή επίθεση της εξουσίας δεν πρέπει να την αντιληφθούμε ως αποσπασματικές κινήσεις πότε ενάντια στο πανεπιστημιακό άσυλο, άλλοτε ενάντια στην «ανομία» στη γειτονιά των Εξαρχείων και άλλοτε ενάντια στις καταλήψεις μεταναστών. Αντίθετα πρόκειται για μια προσεκτικά σχεδιασμένη, συνολική και συνδυασμένη με την υποτίμηση του μισθού της εργατικής τάξης επίθεση στην οποία αντίστοιχα πρέπει από την πλευρά μας να απαντήσουμε συνολικά με ένα ριζοσπαστικό προλεταριακό κίνημα ντόπιων και μεταναστών, εργαζόμενων και ανέργων, μόνιμων και προσωρινών, ώστε να αντισταθούμε στην περαιτέρω απαξίωση της ζωής μας. Να παραμερίσουμε τους αριστερούς εξουσιαστές που στον προηγούμενο γύρο υποτίμησης μάς πούλησαν το παραμύθι ενός δικαιότερου και ανθρωπινότερου καπιταλισμού και, παρά το ότι μας φόρεσαν στο κεφάλι τα λεγόμενα «ματωμένα πλεονάσματα» μέχρι το 2060, φιλοδοξούν να εξακολουθήσουν να το παίζουν σωτήρες μας. Είναι στο χέρι της εργατικής τάξης να σταματήσει κάποια στιγμή να ακολουθεί τους ολετήρες της και να ορθώσει τη δικιά της αυτόνομη και άμεση δράση μέσα  στα σωματεία, ώστε να τα αναγκάσει να πάψουν να αναμασάνε (σα να μην έλαβε χώρα μια τόσο μεγάλη απαξίωση της εργασιακής δύναμης την τελευταία δεκαετία) τις ίδιες πάντα λογικές της διαίρεσης, της ανάθεσης, της πελατείας κοκ. Είναι ζωτική η ανάγκη για μαζικοποίηση των γενικών συνελεύσεων σε εργασιακούς και πανεπιστημιακούς χώρους, για συγκρότηση επιτροπών αγώνα χωρίς τους επαγγελματίες του συνδικαλισμού και των κομμάτων στις τάξεις τους, για δημιουργία διακλαδικών συνελεύσεων εργαζομένων και ανέργων, για ανασύνθεση των αγώνων που θα ανακόψουν την όρεξη ντόπιου και ξένου κεφαλαίου για φθηνή, ευέλικτη και υποταγμένη εργασιακή δύναμη και θα στείλουν μια και καλή στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας όλα τα κακοστημένα αφηγήματα για «καθαριότητα» «κανονικότητα», «ανάπλαση» και κυρίως για «ανάπτυξη για όλους», με την οποία εννοούν την ανάπτυξη του κεφαλαίου, αυτού του βρικόλακα που τρέφεται από την εκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας.

Ως άμεσα βήματα δεν έχουμε προς το παρόν να προτείνουμε άλλη λύση από τη συζήτηση όλων των πλευρών της επίθεσης στο προλεταριάτο μέσα στις επιμέρους συνελεύσεις αγώνα (είτε είναι οι συνελεύσεις για την υπεράσπιση των καταλήψεων είτε οι συνελεύσεις για την υπεράσπιση του ασύλου είτε οι συνελεύσεις των σωματείων) και η συμμετοχή του ενός κομματιού της τάξης στους αγώνες του άλλου. Οι πιθανότητες να γίνει κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή είναι ελάχιστες λόγω της ήττας (ή μάλλον, λόγω της «νίκης») του κινήματος την περίοδο 2015-2019. Δεν έχουμε όμως άλλη οδό από το να ξαναρχίσουμε από το μηδέν.

Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την Πλατεία Συντάγματος

http://synelefsi-syntagmatos.espivblogs.net/

Οκτώβριος 2019

 

Η προκήρυξη σε pdf

Σχετικά με τη συνεχιζόμενη επίθεση στη Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος και όσους είναι πίσω από αυτήν

Η παρακάτω καταγγελία είναι σε συνέχεια της προηγούμενης ανακοίνωσής μας (27/3/19) που απευθυνόταν στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής και στα πρώην μέλη της Ομάδας Αυτομόρφωσης του Κεφαλαίου (Ο.Α.) και η οποία παρατίθεται στο τέλος.

Εδώ και αρκετό διάστημα, δύο πρώην μέλη της (Ο.Α.) που έχει πλέον διαλύσει, έχουν επιδοθεί σε μια συστηματική εκστρατεία εξευτελισμού της ομάδας στην οποία ανήκαν και λασπολογίας/συκοφαντίας με ανυπόστατες κατηγορίες και ψεύδη τόσο εναντίον της Συνέλευσής μας (καθόσον 6 από τα μέλη μας ήταν μέλη της Ο.Α.) όσο και των συλλογικοτήτων που ανήκουν σ’ αυτήν (τα Παιδιά της Γαλαρίας/Κόκκινο Νήμα, Υπόγεια Σήραγγα). Διευκρινίζοντας ότι μιλάμε για όλα αυτά μόνο στον βαθμό που αφορούν τη Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος, θέλουμε να επισημάνουμε ότι αυτά τα δύο άτομα (με τη βοήθεια «προθύμων» που τους προσφέρουν ασυλία και στήριξη) έχουν κλιμακώσει τη στοχοποίηση αυτή που έχει πλέον παραληρηματικό χαρακτήρα, αποσκοπεί στο να πλήξει τα εγχειρήματά μας σπιλώνοντας με κάθε τρόπο τους συντρόφους μας και γίνεται με τους πιο θρασύδειλους και υπονομευτικούς όρους. Μάλιστα, υλοποιείται και με μεθόδους αντίστοιχες με αυτές των ασφαλιτών, όταν υπόγεια διακινούν κείμενα πλαστογράφησης των γεγονότων και ανώνυμες ψευδείς καταγγελίες με στόχο να υπονομεύσουν πολιτικά εγχειρήματα και να διχάσουν τα κινηματικά υποκείμενα. Αρχικά πληροφορούμαστε από μεμονωμένους συντρόφους που το έλαβαν ότι στέλνεται ανώνυμο κείμενο με τίτλο «Τα γεγονότα που οδήγησαν στη διάλυση της Ο.Α. για το Κεφάλαιο» και υπογραφή Μέλη πρώην Ομάδας Αυτομόρφωσης για το Κεφάλαιο σε (άγνωστο ποιες) συλλογικότητες και άτομα του α/α χώρου χωρίς να γνωρίζουμε καν ποιοι είναι οι αποστολείς του, την ίδια στιγμή που καθυβρίζονται και φωτογραφίζονται με τα αρχικά τους άτομα επώνυμων και γνωστών πολιτικών συλλογικοτήτων. Κατόπιν μαθαίνουμε από συντρόφους, τους οποίους επισκέφτηκαν, ότι οι συγγραφείς και διακινητές αυτού του κειμένου είναι οι Ε. Χ., Α. Μ., Ν. Μ. και Α.Κ. Το θράσος τους το αντλούν από το γεγονός ότι δεν ανήκουν σε καμία πολιτική συλλογικότητα και άρα νομίζουν ότι δεν θα αναγκαστούν να λογοδοτήσουν πουθενά.

Όπως λέγαμε στην προηγούμενη ανακοίνωσή μας, τα δύο από τα τέσσερα αυτά άτομα που έχουν γράψει και διακινούν αυτό το κείμενο, η Ε. Χ. και ο Α. Μ., υπονόμευσαν κοινή έκδοση (των ΠτΓ και της Ο.Α., που αφορούσε τη συζήτηση-εκδήλωση με τον George Caffentzis, Η κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής στις ΗΠΑ και η πολιτική του Τραμπ) που επίκειτο να γίνει τον Δεκέμβρη του 2018. Όταν κριτικαρίστηκαν γι’ αυτό, η μία εξ αυτών δήλωσε αποχώρηση από την Ο.Α. στις 30/11/2018, ενώ ταυτόχρονα ο δεύτερος προχώρησε σε τηλεφωνικό τραμπουκισμό μέλους της Ο.Α. και των ΠτΓ. Στην άτυπη και τελευταία, όπως αποδείχθηκε, συνάντηση της Ο.Α. (11/12/2018) αδυνατώντας να χρησιμοποιήσουν πολιτικά επιχειρήματα που να δικαιολογούν τη στάση τους και καταλύοντας στην πράξη τις διαδικασίες συζήτησης, δηλαδή τούς κοινά συμφωνημένους όρους υπό τους οποίους θα γινόταν η κουβέντα, τα δύο αυτά άτομα έστησαν ένα σκηνικό έντασης με λεκτικούς τραμπουκισμούς του χειρίστου είδους. Συγκεκριμένα, ως αντιπερισπασμό για να καλύψουν την προηγηθείσα υπονόμευση του κοινού εκδοτικού εγχειρήματος, επιστράτευσαν κατηγορίες περί ύπαρξης «εξουσιαστών» και «σεχτών» μέσα στην Ο.Α. και προέβησαν σε δήθεν «αποκαλύψεις» συνοδευόμενες από ειρωνίες, φωνασκίες, πλήθος ύβρεις και προκλήσεις του πιο χαμηλού επιπέδου, οι οποίες απευθύνθηκαν σε 4 μέλη μας και μέλη της Ο.Α. (πχ. «είστε πολιτικές πουτάνες», «πολιτικοί απατεώνες», «καθάρματα» κλπ).

Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι με ευθύνη τους καταστρατηγήθηκαν με τον πλέον βίαιο τρόπο οι στοιχειώδεις, και όπως προείπαμε κοινά συμφωνημένες, διαδικασίες συζήτησης, η συνάντηση αυτή οδήγησε στη διάλυση της Ο.Α. και μάλιστα με ασύντακτο τρόπο, αφού δεν κατέστη δυνατό να καταλήξουν οι παρευρισκόμενοι σε μια συνεννόηση σχετικά με το υλικό, το ταμείο και το blog τους. Επιπλέον, εξαιτίας της τραυματικής και ξεκάθαρα παραβιαστικής κάθε κανόνα πολιτικής δεοντολογίας εμπειρίας εκείνης της ημέρας όπως ήταν φυσικό δεν υπήρξε καμία περαιτέρω συνάντηση.

Το γεγονός αυτό έδωσε την ευκαιρία στα άτομα αυτά να προβούν μέσα στους επόμενους μήνες σε αισχρές συκοφαντίες εναντίον των συντρόφων μας και πρώην μελών της Ο.Α. περί δήθεν «παρακράτησης υλικού», εκμεταλλευόμενοι επιπλέον την άγνοια τρίτων που δεν γνωρίζουν πώς είχε η κατάσταση στην Ο.Α.: όποιος γινόταν μέλος της Ο.Α. γινόταν αυτομάτως κάτοχος του νέου υλικού που αναρτιόταν στη mailing list, ενώ ταυτόχρονα μπορούσε να συμμετάσχει στην επεξεργασία του παλιότερου υλικού, αν το επιθυμούσε — διαδικασία που άλλωστε ήταν σε εξέλιξη και διακόπηκε βίαια στις 11/12/2018.

Σταδιακά οι κατηγορίες κλιμακώνονταν κατά το δοκούν περιλαμβάνοντας ακόμα και οικονομικό εκβιασμό στη βάση ψευδέστατων ισχυρισμών περί «άρνησης καταβολής δεδουλευμένων» που επινοήθηκαν για να στοχοποιήσουν τις κινηματικές εκδόσεις του Κόκκινου Νήματος, που παρουσιάστηκαν σε διευκρινιστικά μέιλ αυτών των ατόμων ως «μαγαζί» (sic), που αντλεί υπεραξία από την απασχόληση υπαλλήλων (!) εννοώντας ταυτόχρονα ότι το ελάχιστο αντίτιμο τέτοιων εκδόσεων συνεπάγεται κερδοσκοπία! Συγκεκριμένα, εργασία δακτυλογράφησης που είχε γίνει από ένα από αυτά τα τέσσερα άτομα (την Ε. Χ.) στο πλαίσιο της λειτουργίας της Ο.Α. δολίως παρουσιάστηκε ως μέρος «επαγγελματικής χρηματικής συμφωνίας» με το Κ.Ν. και απαιτήθηκαν δήθεν «δεδουλευμένα», όταν, δύο μόλις μέρες πριν απ’ αυτήν την απαίτηση, το άτομο αυτό στην προσπάθειά του να πείσει τα υπόλοιπα μέλη της Ο.Α. ότι δεν έχει τίποτα εναντίον του Κ.Ν. επικαλούνταν την τρέχουσα «ανιδιοτελή προσφορά της» στο Κ.Ν. (το οποίο όμως ταυτόχρονα κατηγορούσε ως «σέχτα»!). Παρεμπιπτόντως, όσον αφορά το ταμείο του Κ.Ν., είναι γνωστό πως δεν χρησιμοποιείται μόνο για τις εκδόσεις που φέρουν την υπογραφή του, αλλά και για πλήθος κινηματικών σκοπών (όπως άλλες εκδόσεις, κάλυψη ιατρικών και δικαστικών εξόδων συντρόφων-ισσών κλπ).

Το πιο θλιβερό στην όλη αυτή άθλια ιστορία είναι ότι δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει έναν κόκκο έστω ουσιαστικής πολιτικής διαφωνίας ή αντιπαράθεσης. Η Ε. Χ. υπήρξε για 2 χρόνια μέλος της Συνέλευσής μας από την οποία αποχώρησε τον Σεπτέμβρη του 2017, αφού οι κατηγορίες της εναντίον των 2 ομάδων που συναποτελούν μαζί με άλλους συντρόφους τη Συνέλευση (τΠτΓ και Υπόγεια Σήραγγα) ότι δήθεν την χρησιμοποιούσαν ως «έκτακτο βοηθητικό προσωπικό» αποκρούστηκαν από όλα τα μέλη της Συνέλευσης. Ένα άλλο άτομο από τους τωρινούς γυρολόγους της αθλιότητας και πρόθυμους συμμάχους της που ήταν επίσης μέλος της Συνέλευσης και τότε είχε αρνηθεί κι εκείνος τους ισχυρισμούς αυτούς, ο Α. Κ., τώρα βρίσκεται σε λυκοσυμμαχία μαζί της για λόγους εκδίκησης: ο συγκεκριμένος αποχώρησε από τη Συνέλευσή μας όταν οι επιλογές της προσωπικής του ζωής, τον οδήγησαν να στηρίξει κιόλας τις πολιτικές θέσεις της συντρόφου του-κυβερνητικού συμβούλου. Αντελήφθη μεν κι ο ίδιος ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό από εμάς, παρόλα αυτά ή μάλλον για αυτόν ακριβώς το λόγο ανέπτυξε μνησίκακη συμπεριφορά απέναντί μας. Το άτομο αυτό που υπήρξε μάλιστα μέλος των ΠτΓ/Κ.Ν. βρίσκεται στη γελοία θέση να στηρίζει ένα κείμενο όπου καταγγέλλεται η ομάδα του ως σέχτα, όσο ήταν και αυτός μέλος της, καταγγέλλοντας δηλαδή τον εαυτό του, χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να μπορεί να γίνει αντιληπτό από τους εξαπατημένους παραλήπτες του λιβελλογραφήματός του.

Αντιλαμβανόμαστε ότι προφανώς η Ο.Α. είχε σοβαρά εσωτερικά προβλήματα συνοχής και λειτουργίας για να φτάσει να διαλύσει από τη συμπεριφορά ατόμων που εμφορούμενα από προσωπικά πάθη και έχοντας ταπεινά κίνητρα επιδόθηκαν σε ασκήσεις μοχθηρίας και υποκρισίας. Και μιλώντας για υποκρισία, είναι ενδεικτικό ότι δύο από τους καταγγέλλοντες γνώριζαν εξαρχής γεγονότα που τώρα δήθεν «αποκαλύπτουν» κι είχαν φιλικότατες σχέσεις στο παρελθόν με πρόσωπα στα οποία αναφέρονται. Τώρα, όμως, επιχειρούν ετεροχρονισμένα να τους δαιμονοποιήσουν για λόγους εντυπωσιασμού, παρουσιαζόμενοι ως θεματοφύλακες αξιών, χωρίς να αντιλαμβάνονται (ή υποκρίνονται ότι δεν αντιλαμβάνονται) ότι σύμφωνα με τα δικά τους επιχειρήματα είναι και οι ίδιοι «κατηγορούμενοι»! Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η επιχειρούμενη δαιμονοποίηση ανθρώπων με τους οποίους οι καταγγέλοντες ήταν (κάποιοι μέχρι σχετικά πρόσφατα) κολλητοί γίνεται καθαρά και μόνο για να υπονομεύσουν τη δική μας πολιτική δραστηριότητα και να μας συκοφαντήσουν σε τρίτους, όπως θα δείξουμε και στη συνέχεια.

Όσον αφορά την ουσία των κατηγοριών, αυτές έχουν ήδη αντικρουστεί από τους «κατηγορούμενους» συντρόφους μας απέναντι στα πρώην μέλη της Ο.Α. και απέναντι στους ίδιους τους καταγγέλλοντες και θα αντικρουστούν εκ νέου από τους ίδιους δημόσια σε δεύτερο χρόνο.

Εμείς θέλουμε να τονίσουμε ότι ο πολιτικός στόχος αυτών των επιθέσεων δεν είναι σε καμία περίπτωση η ανάλυση και το ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε προβλημάτων εμφανίζονται στις πολιτικές ομάδες (πχ φαινόμενα παθητικότητας και ακολουθισμού εντός των συλλογικοτήτων, ανισοκατανομή δραστηριοτήτων κλπ) αλλά αντίθετα, μέσω της σπίλωσης προσώπων και συλλογικοτήτων, η υπονόμευση κινηματικών εγχειρημάτων. Για του λόγου το αληθές, δεν δίστασαν να επιχειρήσουν ανεπιτυχώς να σαμποτάρουν το πρόσφατο διήμερο εκδηλώσεών μας (που αφορούσε τη συζήτηση-εκδήλωση με τους  Angry Workers of the World, Προλετάριοι/ες όλων των ταυτοτήτων ενωθείτε και… αυτοκαταργηθείτε) και να στρέψουν προσκεκλημένους συντρόφους μας εναντίον μας! Το ίδιο επιχείρησαν να κάνουν με τον κινηματικό χώρο που μας φιλοξενεί, το Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής. Είναι προφανές λοιπόν ότι το μένος τους δεν στρέφεται πλέον απλά εναντίον ατόμων αλλά εναντίον της ίδιας της προλεταριακής κινηματικής δραστηριότητας.

Εφιστούμε την προσοχή των συντρόφων στις κινήσεις, τους στόχους και τις πιθανές συνέπειες της «δράσης» αυτής της αλλοπρόσαλλης παρεούλας που τον τελευταίο μήνα έχει επιδείξει εντονότερη δραστηριότητα από ό,τι στη διάρκεια όλων των χρόνων της κοινής μας πολιτικής διαδρομής, με τη διαφορά ότι τώρα πια είναι στην υπηρεσία των πιο ταπεινών και αντικινηματικών σκοπών…

Ιδιαίτερα, οφείλουμε να πληροφορήσουμε όλους τους συντρόφους ότι οι λεκτικοί τραμπουκισμοί («πολιτικές πουτάνες», «κανάγιες», «καθάρματα») έχουν κλιμακωθεί και υπάρχουν πλέον σαφέστατες απειλές σε μέιλ εναντίον μελών μας («Τσιρακι κοιμησου καλα σημερα υπερασπιζοντας αυτα τα καθαρματα γιατι απο αυριο θα εχεις αυπνιες», «να φροντίσει να αλλάξει πόλη» κλπ).

Αναλυτικότερη συζήτηση για όποιον το θελήσει, θα είναι καλύτερα να γίνει δια ζώσης.

21/5/2019

Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος

 

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Προς τη διαχειριστική συνέλευση του ΑΚΝ και τα πρώην μέλη της Ο.Α.

Μετά από επικοινωνία με τη διαχειριστική συνέλευση του ΑΚΝ, με έκπληξη πληροφορηθήκαμε ότι η Ε. και ο Α., πρώην μέλη της Ομάδας Αυτομόρφωσης του Κεφαλαίου (Ο.Α.), πήγαν στη συνέλευση του ΑΚΝ στις 8/3 και λασπολόγησαν εναντίον 3 μελών μας που συμμετείχαν και στην Ο.Α.. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω άτομα συκοφαντώντας τους συντρόφους μας, έκαναν λόγο για «άτυπες ιεραρχίες στην Ο.Α.», για «λήψεις αποφάσεων από πριν», για «ομάδα μέσα στην ομάδα», για «αρχηγική ομάδα» και εξαπέλυσαν κατηγορίες για δήθεν «παρακράτηση υλικού της Ο.Α.».

Μάλιστα, στις 25/3, η Ε., με κείμενό της στη λίστα της Ο.Α., διεύρυνε κι άλλο την υποτιθέμενη «αρχηγική ομάδα», εντάσσοντας σ’ αυτήν κι άλλο μέλος της Συνέλευσης Εργαζομένων-Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος και μέλος της Ο.Α., κατηγορώντας τον επιπλέον για «συντήρηση κλικών» και «σεχταρισμό». 

Για την αποκατάσταση της αλήθειας:

Η Ε. υπήρξε για 2 χρόνια μέλος της Συνέλευσης από την οποία αποχώρησε τον Σεπτέμβρη του 2017 αφού οι κατηγορίες της εναντίον των 2 ομάδων που συναποτελούν μαζί με άλλους συντρόφους τη Συνέλευση (ΤΠΤΓ και Υπόγεια Σήραγγα) ότι δήθεν την χρησιμοποιούσαν ως «έκτακτο βοηθητικό προσωπικό» αποκρούστηκαν από όλα τα μέλη της Συνέλευσης.

Η Ε. συνέχισε ωστόσο να παραμένει μέλος της Ο.Α. όπου βρίσκονταν κάποια από τα ίδια άτομα που είχε κατηγορήσει τότε, χωρίς όμως να έχει κανένα πρόβλημα μ’ αυτό.

Τον Νοέμβρη, κι ενώ επρόκειτο να εκδοθεί μια μπροσούρα σχετικά με την εκδήλωση που είχε διοργανωθεί με τον George Caffentzis στο ΑΚΝ το 2017, κοινή δουλειά 2 ομάδων (ΤΠΤΓ και Ο.Α.), η Ε. αμφισβήτησε ότι ήταν κοινή δουλειά, υπονόμευσε την κοινή έκδοση και όταν κριτικαρίστηκε γι’ αυτό, δήλωσε… αποχώρηση από την Ο.Α. Σε όλες αυτές τις ενέργειές της είχε τη στήριξη του Α. ο οποίος μάλιστα έκανε τηλεφωνικό τραμπουκισμό σε μέλος μας και συγχρόνως μέλος των ΤΠΤΓ με άθλιες εκφράσεις. Στη συνέχεια, σε συνάντηση των μελών της Ο.Α. στις 11/12 στο ΑΚΝ, οι Ε. και Α., αφού δεν μπόρεσαν να απαντήσουν στις κριτικές που τους έγιναν, επιδόθηκαν σε λεκτικούς τραμπουκισμούς εναντίον των 3 μελών μας (και μελών της Ο.Α. – συνολικά στην Ο.Α. συμμετείχαν έξι μέλη της συνέλευσής μας) και δήθεν «αποκαλύψεις» συνοδευόμενες από στριγγλιές, φωνασκίες, πλήθος ύβρεις και προκλήσεις του πιο χαμηλού επιπέδου (πχ, «είστε πολιτικές πουτάνες», «πολιτικοί απατεώνες», «καθάρματα», κλπ.).

Η συνάντηση αυτή οδήγησε και στη διάλυση της Ο.Α. και μάλιστα με ασύντακτο τρόπο, με δική τους ευθύνη, αφού δεν έγινε δυνατό να φτάσουν σε μια συνεννόηση σχετικά με το υλικό, το ταμείο και το μπλογκ τους. Δεν υπήρξε καμία εκ νέου συνάντηση, όπως ήταν φυσικό, διότι η τραυματική και παραβιαστική κάθε κανόνα πολιτικής δεοντολογίας εμπειρία της 11/12 ήταν αποτρεπτική για οποιαδήποτε συνεύρεση.

Στο μεσοδιάστημα, μάλιστα, ο Α. ξανατραμπούκισε λεκτικά έναν σύντροφό μας παραβιάζοντας τον προσωπικό του χώρο σε δημόσιο μέρος και έβρισε έναν άλλον σε άλλο μέλος της Ο.Α.

Σα να μην έφταναν, λοιπόν, όλα αυτά, μαθαίνουμε για τη θρασύτατη επίσκεψή τους  στη διαχειριστική συνέλευση του ΑΚΝ στην οποία είπαν όλα τα προαναφερθέντα ψέμματά τους.

Διευκρινίζοντας ότι μιλάμε για όλα αυτά μόνο στο βαθμό που μας αφορούν καθώς τον τελικό λόγο τον έχει το σύνολο των πρώην μελών της Ο.Α., θέλουμε να δηλώσουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι:

η λασπολογία περί «σεχτών» εντάσσεται στην επιχείρησή της Ε. και του Α. να εμφανίσουν τη συνέλευσή μας ως δήθεν υποθάλπουσα «εξουσιαστές». Επιπλέον, είναι προσπάθεια δημιουργίας σύγχυσης και συγκάλυψης του γεγονότος ότι 1) υπονόμευσαν την προαναφερόμενη κοινή δουλειά για την έκδοση της μπροσούρας και 2) διέλυσαν την ομάδα τους. Τέλος, έχει ταπεινά προσωπικά κίνητρα και κινείται στο έδαφος ανταγωνιστικών και συμπλεγματικών συμπεριφορών·

η κατηγορία για δήθεν «παρακράτηση υλικού» από τα 3 μέλη μας είναι τελείως ανυπόστατη και επιστρατεύθηκε συκοφαντικά προς τρίτους, όπως το ΑΚΝ, για να τους εξαπατήσει καθώς δεν γνωρίζουν καταστάσεις: η Ε. συμμετείχε στην Ο.Α. από το 2013 και κατέχει, όπως πολλά άλλα μέλη, τη συντριπτική πλειοψηφία του υλικού της ομάδας. Θα μπορούσε να της επιστραφεί η κατηγορία ότι αυτή «παρακρατά» υλικό της ομάδας της, αν ήθελε καμιά να καταντήσει τόσο γελοία και άθλια όσο αυτή· 

η συνέλευσή μας στηρίζει τα μέλη της ενάντια στις λασπολογίες και τους τραμπουκισμούς και θα συνεχίσει έμπρακτα να αποδεικνύει ότι τα πολιτικά εγχειρήματα δεν μπορούν να πληγούν από ψευδοπολιτικές συμπεριφορές και προσωπικά πάθη. Δεν θα ανεχθούμε καμία μάτσο συμπεριφορά και καμία απειλή!

27/3/2019,

Συνέλευση Εργαζομένων Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ

ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ/ΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ ΚΑΙ… ΑΥΤΟΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙΤΕ

2ήμερο με τους ANGRY WORKERS OF THE WORLD

1η μέρα: Υποτιμημένη, περιπλανώμενη, αλλοτριωμένη εργασία σε Ελλάδα και Βρετανία

9/5 Πέμπτη, 18:00, Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής

Εισηγήσεις από AWW, Συνέλευση Εργαζομένων Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος, ΣΣΜ, ΕΣΕ Αθήνας

2η μέρα: Φύλο – Φυλή – Τάξη Η υπέρβαση των διαχωρισμών και τα όρια της διαθεματικότητας

10/5 Παρασκευή, 18:00, Πολυτεχνείο, Κτήριο Γκίνη

Εισηγήσεις από AWW, Συνέλευση Εργαζομένων Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος


«Ναι, η εργατική τάξη δεν είναι ένα μονολιθικό σώμα αλλά μια δυναμική διαδικασία ανασύνθεσης μέσω των βιομηχανικών αλλαγών, της καπιταλιστικής (υπ)ανάπτυξης, της μετανάστευσης, των αλλαγών στον καταμερισμό εργασίας μεταξύ αντρών και γυναικών.» (AWW)

Δεν γεννηθήκαμε τη μέρα που ενταχθήκαμε στην αγορά εργασίας ούτε ταυτιζόμαστε με το φύλο και τη φυλή μας, μέσα στα οποία βρισκόμαστε παγιδευμένοι. Η προλεταριακή μας εμπειρία δεν περιορίζεται στη μισθωτή εργασία και οι έμφυλες και φυλετικές κοινωνικές σχέσεις μάς φαίνονται εξίσου αλλοτριωμένες και αλλοτριωτικές. Η ύπαρξή μας μέσα στον καπιταλισμό και οι αγώνες μας είτε για μεγαλύτερο μισθό είτε εναντίον των μυριάδων διαιρέσεων που γεννά δεν μπορούν να ερμηνευθούν από τη στενάχωρη πολιτική της εργατικής ή οποιασδήποτε άλλης ταυτότητας. Χρειαζόμαστε αλλαγή κλίμακας!

Θέλουμε μισθό και όχι «δουλίτσα» πληρωμένη με ψίχουλα

«Aυξήσεις της τάξης του 10% θεωρούμε ότι δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση, ενώ η αύξηση στο [συνολικό] μισθολογικό κόστος δεν φαίνεται να ξεπερνάει το 3%»

Γιάννης Καπλάνης, μέλος της επιτροπής οικονομολόγων που εξέδωσε το πόρισμα της διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό, καθησυχάζοντας τις ανησυχίες των δεξιών και των αφεντικών για λουκέτα και «εκτίναξη» του μισθολογικού κόστους

Είναι ήδη πολλά τα χρόνια που οι καπιταλιστές και οι οικονομολόγοι τους εργάζονται μεθοδικά για να μειώσουν το επίπεδο των αναγκών και των κοινωνικών προσδοκιών και να μας προσαρμόσουν στη λιτότητα των μνημονίων· μια λιτότητα που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να αντιμετωπίσουν την κρίση συσσώρευσης και τον διαρκώς εντεινόμενο ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό των τελευταίων δεκαετιών. Το χρέος και τα μνημόνια υπηρέτησαν και υπηρετούν κατά τον καλύτερο τρόπο αυτή τη στόχευση, υλοποιώντας μέσω μιας «θεραπείας-σοκ» πολιτικές υποτίμησης και απαξίωσης της εργασίας και της ζωής όλων των προλετάριων, ντόπιων και μεταναστών.  Η αριστερά του κεφαλαίου  ανέλαβε να συνεχίσει και –πατώντας στην ελάχιστη  κοινωνική νομιμοποίηση που της έχει απομείνει– να ολοκληρώσει εκείνες τις ριζικές μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες στο κεφάλαιο για ένα νέο κύκλο/τύπο συσσώρευσης. Η μνημονιακή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ψήφιση του ασφαλιστικού νόμου το 2016, ήρθε μετά το 2017 να συμπληρώσει την σκληρή επίθεση εναντίον μας με ένα νέο εργατικό πλαίσιο. Πυρήνας του ήταν η καταρράκωση των μισθών και η ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος. Το δεύτερο σημαίνει την πλήρη απελευθέρωση του κάθε αφεντικού από τα «περιττά βαρίδια» των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (εθνικών–κλαδικών), ώστε να μπορεί, αντιμετωπίζοντας πλέον ατομικοποιημένα τον κάθε εργαζόμενο, να τον κάνει όσο λάστιχο θέλει, ανάλογα με τις ξεχωριστές ανάγκες της επιχείρησής του. Μέσο για την επίτευξη αυτών των πολυπόθητων για τα αφεντικά στόχων ήταν η διάλυση της νομοθετημένης εργάσιμης μέρας, η απόλυτη ευελιξία και η εργασιακή πειθαρχία.

Ο μισθός είναι φετίχ κι εμείς φετιχιστές!

Όταν, πριν από την εποχή του ψευδούς διπόλου φασισμός/αντι-φασισμός, υπήρχε ακόμα εργατικό επαναστατικό κίνημα, οι εργάτριες δεν έτρωγαν το παραμύθι που η καπιταλιστική τάξη σερβίρει στο προλεταριάτο –και το οποίο σήμερα συνηθίζουμε να καταπίνουμε αμάσητο – πως ο μισθός δηλαδή αποτελεί το δίκαιο αντίτιμο για την εργασία που προσφέρουμε. Ο μισθός εμφανίζεται μέσα στον αντεστραμμένο κόσμο μας ως «φυσικό» πλήρες αντίτιμο της λειτουργίας του εμπορεύματος-εργασιακή δύναμη που «ελεύθερα» προσφέρεται απ’ τον κάτοχό της προς τον «ίσο» του καπιταλιστή.

Πληρώνουν πράγματι όμως τα αφεντικά την «αξία όλης της εργασίας» που προσφέρουν οι μισθωτοί, όπως ισχυρίζονται; Πρόκειται πράγματι για μια ισότιμη ανταλλαγή; Κι αν ναι, τότε γιατί το προϊόν της εργασίας τους δεν καταλήγει ολόκληρο, ή έστω κατά το μεγαλύτερο μέρος του, στα χέρια των εργατριών ως αντάλλαγμα για τη δουλειά τους;

Στην πραγματικότητα ο μισθός είναι ένα φετίχ που συγκαλύπτει την ταξική κυριαρχία και την απλήρωτη υπερεργασία. Με τον μισθό η εργάτρια πληρώνεται μόνο την αξία των προϊόντων που είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή της, ενώ το υπόλοιπο προϊόν το καρπώνεται ο καπιταλιστής. Αν και απάτη, όμως, όσο ισχύει η καπιταλιστική κοινωνική σχέση, ο μισθός είναι το βασικό μέσο που έχει η εργάτρια για να συντηρείται, ώστε να μην είναι δούλα η ίδια και η εργατική τάξη μια μάζα πληβείων.

Η καπιταλιστική αφήγηση περί «δίκαιου» και πλήρους αντιτίμου ήταν στο απώγειό της τις «χρυσές» εποχές της ανάπτυξης όταν οι μισθοί ήταν υψηλότεροι. Στη τωρινή συγκυρία της μεθοδευμένης κρίσης ο μισθός είναι είδος προς εξαφάνιση και δεν επαρκεί καν για την αναπαραγωγή μας ως εργασιακή δύναμη: άλλοι από εμάς πληρώνονται ελάχιστα, άλλοι έναντι και με καθυστερήσεις μηνών κι άλλοι καθόλου, γιατί το αφεντικό κατέβασε ρολά και άνοιξε με άλλη επωνυμία!

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στα βήματα των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων του Πασόκ και της Δεξιάς, έβαλε πρώτα ως στόχο να απαλλάξει σε μεγάλο βαθμό την εργατική τάξη από το φετίχ του μισθού και τις αυταπάτες της και τώρα, ενώπιον των επερχόμενων εκλογών, παρουσιάζεται ως υπερασπιστής του μισθού, ο οποίος επιβαρύνει τα αφεντικά κατά… 3%, όπως μας πληροφορεί ο κος Καπλάνης. Κι αφού πρώτα θεσμοθέτησε με το νέο εργασιακό πλαίσιο του 2017 το πετσόκομμα του βασικού μέσου συντήρησης της εργατικής τάξης, μετά βέβαια από πολλές «διαπραγματεύσεις», «αγώνες» ενάντια στο καρτέλ του ΣΕΒ, «κόκκινες γραμμές» και άλλα με τον Τοτό… Απέναντι σε αυτό το ξεχαρβάλωμα το προλεταριάτο πρέπει να απαντήσει: «Είμαστε φετιχιστές! Δεν θέλουμε να απαλλαγούμε από τις αυταπάτες μας! Θέλουμε μεγαλύτερο μισθό και/για λιγότερη δουλειά!».

Τι έχουν πετύχει τα δεξιά και τα αριστερά αφεντικά μέχρι τώρα;

Τα σημαντικότερα αποτελέσματα της πολιτικής σοκ των τριών μνημονίων είναι η κατακόρυφη πτώση του άμεσου και έμμεσου μισθού, η σχεδόν πλήρης κατάργηση του παλιού εργασιακού δικαίου, η ραγδαία αύξηση των επισφαλών θέσεων εργασίας, ο κατακερματισμός των εργαζομένων με τις επιχειρησιακές (ή και ατομικές) συμβάσεις και η ανακύκλωσή τους σε ένα αέναο φαύλο κύκλο μεταξύ επισφαλούς εργασίας, ανεργίας και δια βίου κατάρτισης.

Μεγάλη μείωση του άμεσου μισθού μας

Αυτή περιλαμβάνει την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού και μείωση των επιδομάτων στο δημόσιο τομέα και την επίθεση στο μισθό των υπόλοιπων εργαζομένων μέσα από την απορρύθμιση του συλλογικού εργατικού δικαίου όταν από το 2010 η διαπραγμάτευση της σύμβασης γίνεται ενδοεπιχειρησιακό επίδικο (βλ. επιχειρησιακές ή ατομικές συμβάσεις εργασίας). Την πρόσδεση του μισθού στα εκάστοτε ελάχιστα νόμιμα όρια της ΕΓΣΣΕ που βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, ακολουθεί η κατάργηση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης, που ακυρώνει μ’ αυτόν τον τρόπο τις ευρύτερες κλαδικές / ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ. Ο κατώτατος μισθός που κάποτε προοριζόταν να προστατεύει τους χαμηλά αμειβόμενους μειώνεται το 2012 κατά 22% και συμπαρασύρει ανάλογα μαζί του υπερωρίες, επιδόματα ανεργίας, ασθενείας, μητρότητας και συντάξιμες αποδοχές. Ταυτόχρονα, θεσμοθετείται μια νέα κατηγορία υποκατώτατου μισθού (με μείωση κατά 32%) για τους κάτω των 25 ετών. Με την αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, οι πραγματικοί μισθοί υπέστησαν επιπλέον μείωση (συνολικά -19,5% την περίοδο 2010-2017).

Επέκταση της επισφάλειας και της ευελιξίας

Παράλληλα με τις μειώσεις των μισθών, επεκτάθηκε η επισφάλεια στους χώρους εργασίας. Στις νέες προσλήψεις κυριαρχούν οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας, σε βάρος των συμβάσεων πλήρους απασχόλησης εργασίας (οι πρώτες αντιστοιχούν σταθερά σε άνω του 55% του συνόλου), ενώ την περίοδο 2009-2018 εκτινάχθηκαν τα ποσοστά της μετατροπής των συμβάσεων αορίστου χρόνου σε ορισμένου είτε με –υποτίθεται– σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου είτε χωρίς αυτήν. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως μεγάλη έκταση της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας, σηματοδοτεί την εδραίωση αυτών των μορφών εκμετάλλευσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, καθώς και των μισθών πείνας, ακόμα και κάτω των 500 ευρώ (μεικτά) για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της τάξης μας (περίπου το 22%).

Επέκταση της απλήρωτης εργάσιμης ημέρας

Παράλληλα, η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σήμερα εργάζεται πέραν του κανονικού ωραρίου, πολλές φορές απλήρωτα, σαν να μην έφτανε η ήδη απλήρωτη εργασία μας εντός του 8ωρου. Το αποτέλεσμα είναι ολοένα και μικρότερα περιθώρια διαχείρισης του “ελεύθερου χρόνου” σε ένα διαρκές κυνήγι συμπλήρωσης του μισθού-φιλοδωρήματος, που συνεπάγονται τόσο η υπερωριακή όσο και η μερική/εκ περιτροπής/περιστασιακή εργασία!

Διαρκή περιπλάνηση των εργαζομένων σε σκατοδουλειές

Ο αριθμός όσων εργαζομένων απολύθηκαν, έληξε η σύμβασή τους ή «αποχώρησαν οικειοθελώς» από την εργασία τους συνεχίζει να ξεπερνά τον αριθμό των μισθωτών. Δηλαδή, είναι σαν, κάθε χρόνο μάλιστα, να χάνει ή να εγκατέλειπει την εργασία του, τουλάχιστον μια φορά, το σύνολο των μισθωτών της χώρας!

Καθόλη τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας οι καπιταλιστές επιδίωκαν και κατάφεραν να αποτυπώσουν και στο θεσμικό δίκαιο την άθλια εργασιακή πραγματικότητα που ήδη βιώναμε. Έτσι, μετά την ολοκλήρωση μιας ακόμα «περήφανης διαπραγμάτευσης» της κυβέρνησης της αριστεράς του κεφαλαίου με τους δανειστές το 2017, τα μέτρα που προέβλεπε η τεχνική συμφωνία τους δεν θα αργούσαν να γίνουν κι αυτά νόμος του κράτους. Πολλοί αφελείς συνάδελφοι είδαν τότε με ανακούφιση να «απομακρύνεται το φάσμα της χρεοκοπίας». Θα αρκούσε όμως να ρίξουν μια ματιά στα συμφωνηθέντα για να αλλάξουν άποψη και να βγουν στο δρόμο, καθώς ο νόμος 4488/2017 αποτελούσε μια συνέχεια της επίθεσης που δεχόταν η εργατική τάξη τα προηγούμενα 7 χρόνια. Αυτό δεν έγινε κι έτσι μας απέμεινε ο άχαρος ρόλος να καταγράφουμε ρυθμίσεις:

  • Διατηρήθηκε το όριο μαζικών απολύσεων στο επίπεδο του 5% στις επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 150 εργαζόμενους, αλλά διευκολύνθηκε η υλοποίησή τους, καθώς αντικαταστάθηκε το τότε ισχύον πλαίσιο διοικητικής έγκρισης από μια διαδικασία κοινοποίησης μέγιστης διάρκειας τριών μηνών. Η εξέλιξη αυτή, συμβάδισε με την παρατηρούμενη τάση συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, αλλά και με την επερχόμενη αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα, της ΔΕΗ και των συγκοινωνιών (βλ. παρακάτω). Ας σημειωθεί πάντως ότι για την συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων καπιταλιστών, ούτως ή άλλως, δεν υφίσταται κανένα όριο στις απολύσεις, αφού για επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 20 εργαζόμενους δεν υπάρχει όριο/περιορισμός στις απολύσεις.
  • Η ταχεία δικαστική διαδικασία που χρησιμοποιείται για να κρίνεται η νομιμότητα των απεργιών άρχισε να χρησιμοποιείται και για διαφορές βάσει του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα: επαναφέρθηκε έτσι από την «πίσω πόρτα» το «λοκ άουτ», καθώς η κήρυξη απεργίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως «λόγος ανωτέρας βίας».
  • Ανεστάλη για μια ακόμα φορά η εφαρμογή της αρχής της ευνοϊκότητας και της αρχής της επεκτασιμότητας των συλλογικών συμβάσεων, έως το «τέλος του 3ου Μνημονίου» (Ιούλιος 2018), γεγονός που επέφερε νέο πάγωμα των μισθών και την υπονόμευση της ισχύος των κλαδικών συμβάσεων εργασίας, όσων, ελάχιστων, εξακολουθούν σήμερα να ισχύουν. Τώρα κατά πόσο το τρίτο μνημόνιο τελείωσε όντως το 2018 θα το δούμε παρακάτω.
  • Αναθεωρήθηκε το τότε ισχύον πλαίσιο διαμεσολάβησης και διαιτησίας με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να μην μπορούν να προσφεύγουν μονομερώς στους οργανισμούς διαιτησίας, γεγονός που θα καταστήσει άνευ πρακτικής σημασίας τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας (όταν επιτρέψει την επαναφορά τους η τρόικα).
  • Δρομολογήθηκε η αύξηση της φορολογίας το 2020 μέσω της μείωσης του αφορολόγητου ορίου, γεγονός που θα μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα κατά ένα μισθό/σύνταξη.
  • Επεκτάθηκαν οι αιτίες απόλυσης συνδικαλιστών (πχ. σε περιπτώσεις τέλεσης ποινικών αδικημάτων) και συρρικνώθηκαν οι συνδικαλιστικές άδειες.
  • Δρομολογήθηκε η θεσμοθέτηση νέων μέτρων «αξιολόγησης» και κινητικότητας στο Δημόσιο που στην πραγματικότητα αποτελούν τον «προθάλαμο» για την πραγματοποίηση νέων απολύσεων, ενώ επιβλήθηκε «ταβάνι» στον αριθμό των συμβασιούχων. Ακόμη και οι νέες προσλήψεις εκπαιδευτικών που αναγγέλθηκαν προεκλογικά, εάν και εφόσον εν τέλει αυτές πραγματοποιηθούν, εντάσσονται στο παραπάνω πλαίσιο δια βίου κατάρτισης και (επαν)αξιολόγησης, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων, με έπαθλο λίγες κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας.
  • Μετά την ιδιωτικοποίηση των λιμανιών του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, των περιφερειακών αεροδρομίων και της έκτασης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, δρομολογήθηκε η πραγματοποίηση ενός νέου κύκλου ιδιωτικοποιήσεων μέσω του ΤΕΑΔ (πρώην ΤΑΙΠΕΔ). Η ΔΕΣΦΑ (φυσικό αέριο) πωλήθηκε το Δεκέμβριο του 2018 ενώ η πώληση λιγνιτικών μονάδων στη Μεγαλόπολη και τη Φλώρινα έχει αποτυπωθεί σε νόμο ήδη από την άνοιξη του 2018 (4533/2018). Ας σημειωθεί ότι η έκταση της δημόσιας περιουσίας που έχει ενταχθεί στο ΤΑΙΠΕΔ είναι δύσκολο να εντοπιστεί – πρόσφατα μόνο έγινε γνωστό ότι περιλαμβάνει ακόμα και δημοτικά σχολεία και πάρκα!
  • Επεκτάθηκε το άνοιγμα των καταστημάτων 30 Κυριακές το χρόνο και η περαιτέρω απορύθμιση του ωραρίου και της ζωής των εμποροϋπαλλήλων.
  • Δρομολογήθηκε η αναδιάρθρωση των μέσων μαζικής μεταφοράς ώστε το ετήσιο έλλειμμά τους να μην υπερβαίνει τα 40 εκατ. ευρώ, πράγμα που οδήγησε στις μπάρες και σε πιο αραιά δρομολόγια.

Όσον αφορά τον έμμεσο μισθό, η νέα επίθεση που ήρθε να προστεθεί στις μειώσεις συντάξεων ύψους άνω των 50 δισ. ευρώ από το 2010 έως σήμερα, περιλαμβάνει:

  • Την μείωση των συντάξεων όλων των «νέων» συνταξιούχων, σύμφωνα με όσα προβλέπει ο νόμος Κατρούγκαλος, ενώ η επίθεση στις «παλιές» συντάξεις, μέσω της κατάργησης της «προσωπικής διαφοράς» που σήμερα λαμβάνουν οι «παλιοί» συνταξιούχοι και η οποία επίσης προβλέπεται από τον ίδιο νόμο, πήρε παράταση για την 1-1-2023.
  • Την αύξηση των εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς ο υπολογισμός τους γίνεται πλέον βάσει των ακαθάριστων εσόδων, δηλ. συνυπολογίζοντας και τις ασφαλιστικές εισφορές και τους φόρους που καταβλήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος.
  • Μείωση ή κατάργηση μιας σειράς επιδομάτων, όπως τα οικογενειακά, το επίδομα πετρελαίου, τα επιδόματα ανεργίας, ένδειας, απροστάτευτων τέκνων, νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας κλπ., τα οποία ενσωματώνονται στην απάτη που λέγεται Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, συρρικνώνοντας το καταβαλλόμενο ποσό.
  • Σα να μην έφταναν τα παραπάνω μέτρα, στα πλαίσια της επόμενης αξιολόγησης τον Σεπτέμβριο του 2017, θεσμοθετήθηκε (φυσικά, ύστερα από «σθεναρή διαπραγμάτευση με την τρόικα»):
  • Η κήρυξη απεργίας με το 50% + 1 των εγγεγραμμένων μελών ενός σωματείου, και όχι των παριστάμενων στη γενική συνέλευση μελών, όπως προβλεπόταν μέχρι τότε· δηλαδή, με τα σημερινά δεδομένα, ποτέ. Μέτρο που αποσκοπεί να προωθήσει ακόμα περισσότερο τη… δημοκρατία στους χώρους εργασίας, καθώς, όπως είχε δηλώσει ο πρώην υπουργός Εργασίας Γ. Κατρούγκαλος, «αυτό που γίνεται τώρα, να αποφασίζουν για απεργιακές κινητοποιήσεις μειοψηφίες, δεν είναι δημοκρατικό».

Η σημερινή απάτη της «επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων» και των «αυξήσεων» στους μισθούς

Οι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι η «αύξηση» του κατώτατου μισθού αφορά το 8,3% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Λένε ότι στις μεγάλες επιχειρήσεις, τα ποσοστά των εργαζομένων με κατώτατο μισθό είναι της τάξης του 2%, αλλά ανεβαίνουν πάνω από 10% για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Αυτός είναι ο λόγος που η επιτροπή που εξέδωσε το πόρισμα συμπέρανε πως η αύξηση του μισθολογικού κόστους για το σύνολο της οικονομίας που θα προκύψει από την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10% θα είναι μόλις 2,86%, 1% για επιχειρήσεις με περισσότερους από 50 απασχολούμενους και 4,7% για επιχειρήσεις με έως 9 απασχολουμένους. Η «επιβάρυνση» των αφεντικών θα είναι 1,6% στη μεταποίηση και θα φθάσει έως 3,7% στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, ενώ σε καταλύματα και εστίαση θα αγγίξει το 4,6%. Η επιτροπή ανησυχεί για το γεγονός ότι ακόμη και μια ήπια αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να κλονίσει κάποιες εξαιρετικά αδύναμες επιχειρήσεις, κυρίως από τους κλάδους του λιανικού εμπορίου και της εστίασης. Παρακάτω θα δούμε γιατί αυτή η ανησυχία δεν είναι δικαιολογημένη.

Ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός θα ισχύει και για τους νέους έως 25 ετών, οι οποίοι σήμερα παίρνουν τον υποκατώτατο των 510 ευρώ μεικτά. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να οριστικοποιηθεί και το πρόγραμμα επιδότησης του 50% των εργοδοτικών εισφορών για εργαζομένους νέους, ηλικίας έως 25 ετών, ώστε να αντισταθμιστεί η χασούρα των αφεντικών από την απότομη αύξηση των αποδοχών τους με δωρεάν δημόσιο χρήμα και να μην τους πετάξουν αμέσως έξω από τις δουλειές. Η αύξηση του κατώτατου αναμένεται να συμπαρασύρει και τα «παγωμένα» επιδόματα προϋπηρεσίας, όπως επίσης και το επίδομα γάμου 10% λόγω υπαγωγής στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβασης Εργασίας. Όπως βέβαια αναμένεται να αυξήσει και τα επιδόματα ανεργίας, αλλά και τις αμοιβές των ανέργων που συμμετέχουν σε προγράμματα απασχόλησης. Στον αντίποδα, προβλέπεται επιβάρυνση στις εισφορές περίπου 1 εκατ. μη μισθωτών, οι οποίοι καταβάλλουν τη χαμηλότερη δυνατή ασφαλιστική εισφορά.

Ο ΣΕΒ είχε ζητήσει να υπάρξει αύξηση του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου σύμφωνα με τον ρυθμό αύξησης της μέσης παραγωγικότητας για το 2018, καθώς και η όποια αύξηση να συνδυασθεί με άμεση μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Για να μην μειωθούν κι άλλο οι ασφαλιστικές εισφορές των αφεντικών (που είναι ήδη μειωμένες λόγω της μεγάλης έκτασης της υποδηλωμένης εργασίας) κι αδειάσουν εντελώς τα ασφαλιστικά ταμεία, η Αχτσιόγλου, ως αντιπροσφορά στα αφεντικά, πάγωσε το Νοέμβριο του 2018 τη διαδικασία επεκτασιμότητας των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων που είχε ξεκινήσει το Σεπτέμβρη.

Ας δούμε τώρα την περίφημη «αύξηση» των μισθών από δύο σκοπιές: μια καθαρά αριθμητική και μια κοινωνική-ουσιαστική, βασισμένη στις πραγματικές στρατηγικές των αφεντικών στην αγορά εργασίας.

Από αριθμητική σκοπιά, η καθαρή μηνιαία αύξηση που θα φτάσει στην τσέπη των μισθωτών τον επόμενο χρόνο, μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών τους εισφορών τους και τη νέα μείωση του αφορολόγητου από την 1/1/2020, θα είναι μόλις 4,2%, δηλ. 21 ευρώ στο χέρι, ή αλλιώς ούτε καν ένα ευρώ ανά ημέρα εργασίας! Μόνο όσοι έπαιρναν τον υποκατώτατο και όσοι παίρνουν το επίδομα ανεργίας και την ειδική παροχή προστασίας της μητρότητας θα πάρουν πάνω από ένα ευρώ την ημέρα.

Πάμε τώρα στην ουσία του ζητήματος, στην πραγματική κατάσταση στους χώρους εργασίας. Οι εργαζόμενοι με αμοιβές μέχρι τα κατώτατα όρια του 2012 (750 με 800 ευρώ) εκτοξεύτηκαν από τότε, λόγω του δεύτερου και του τρίτου μνημονίου, από το 18% στο 51% του συνόλου των μισθωτών! Με την μετατροπή χιλιάδων συμβάσεων πλήρους απασχόλησης σε δήθεν μερικής απασχόλησης οι αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό εργαζόμενοι έφτασαν, σύμφωνα με την πρόσφατη ομολογία του υπουργείου εργασίας, τις 600.000, αριθμός που φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν αντιστοιχεί μόνο στο 8,3 % των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα. Οι τριετίες έχουν παγώσει, οι συμβάσεις που υπογράφονται είναι ατομικές, η απλήρωτη υπερωριακή εργασία οργιάζει, άνθρωποι που δουλεύουν δεκάωρα δηλώνονται ως τετράωροι και στα τουριστικά μαγαζιά στα νησιά τα καλοκαίρια βασιλεύει η μαύρη εργασία. Για να αντιμετωπίσουν την πενιχρή αύξηση του κατώτατου μισθού, τα αφεντικά θα εκμεταλλευτούν την έλλειψη νέων συλλογικών συμβάσεων και θα παγώσουν τους μισθούς που υπερβαίνουν τον κατώτατο.

Το ζήτημα του μισθού δεν είναι μόνο ζήτημα κρατικής ρύθμισης ή απορρύθμισης, είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα ταξικής πάλης, δηλ. ζήτημα συσχετισμού δύναμης.

Γιατί στεκόμαστε ενάντια στην απάτη των «αυξήσεων» και δεν κοιτάμε τη «δουλίτσα» μας;

Στα εννιά χρόνια των μνημονίων έχουν χαθεί πολλά δισ. από μισθούς και συντάξεις. Ενώ οι καπιταλιστές καρπώθηκαν τις περικοπές των μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων και έβγαλαν το παραδάκι στο εξωτερικό, το κράτος καρπώθηκε τις περικοπές των μισθών και των συντάξεων των δημόσιων υπαλλήλων για να αποπληρώνονται οι τοκογλύφοι δανειστές του. Με απλά λόγια όλοι τρώνε με χρυσά κουτάλια και πίνουν εις υγείαν του μαλάκα, της τάξης μας! Πόσο ακόμα θα τους αφήνουμε να μας μεταχειρίζονται έτσι; Πόσο ακόμα θα μένουμε θεατές, ενώ η τάξη μας οδηγείται στην πλήρη απαξίωση και τη ζητιανιά μιας οποιασδήποτε “δουλίτσας” και μιας μικρής αύξησης;

Ο συνεχής κατακερματισμός της τάξης σε όλο και περισσότερες κατηγορίες και η συνεχής, βίαιη προσαρμογή μας στην προκρούστεια κλίνη της κάθε καπιταλιστικής ανάγκης δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Ο απολογισμός της επίθεσης που προηγήθηκε συμβάλλει στη συνειδητοποίηση πως δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με την αλλαγή ενός νόμου με έναν άλλον, αλλά με την εμβάθυνση της μεταρρύθμισης των εργασιακών σχέσεων σε βάρος όλης της τάξης.

Πρέπει μέσα από τοπικές διακλαδικές ταξικές συνελεύσεις να ξεπεραστεί η διαίρεση της τάξης σε μόνιμους και μερικής απασχόλησης, σε εργαζόμενους και “νοικοκυρές”, σε κλάδους και συντεχνίες. Στην πολιτική αυτή του κεφαλαίου πρέπει να απαντήσουμε με τη δική μας αυτόνομη πολιτική στρεφόμενοι ενάντια στην ίδια την καπιταλιστική σχέση: με αγώνες κοινούς που συσπειρώνουν όλα τα μέλη της τάξης μας και που θέτουν την ικανοποίηση κάθε επί μέρους αιτήματος στην υπηρεσία της ικανοποίησης των γενικών συμφερόντων της τάξης. Ακόμα καλύτερα, κάθε ικανοποίηση επί μέρους αιτημάτων να εμπλέκει στη διεκδίκησή της όλα κατά το δυνατόν τα τμήματα και τα «επαγγέλματα» της τάξης, ώστε να ξεπερνάει έτσι στην πράξη αιτήματα, διεκδικήσεις, μορφές αγώνα και νοοτροπίες που σέβονται τον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και εξυπηρετούν επιχειρησιακά, επαγγελματικά και κλαδικά αιτήματα και συμφέροντα. Ας φανταστούμε που θα μπορούσε να οδηγήσει ο πρόσφατος ξεσηκωμός των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, αν συνδεόταν με τα αιτήματα των προσωρινών εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα και των ανέργων. Πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε, προς ανακούφιση των κρατούντων.

Στις κουβέντες μας δεν μπορεί πια να κυριαρχεί το μίζερο θέμα: «Δουλίτσα υπάρχει;» αλλά να αντικατασταθεί από ερωτήσεις όπως «Μισθός υπάρχει;» ή «Εσένα πόσο σε δουλεύει το αφεντικό σου;» ή «Ως πότε θα βάζουμε “πλατούλα” στην επιχείρηση;» Και εννοείται ότι όταν μιλάμε για μισθό δεν εννοούμε ούτε τα ψίχουλα της πρόσφατης «αύξησης» ούτε κάποια αύξηση στο ωρομίσθιο που είναι δυο φορές απάτη αλλά έναν υψηλό άμεσο και έμμεσο/κοινωνικό μηνιαίο μισθό.

Αν στεκόμαστε απέναντι στην ευελιξία των σχέσεων εκμετάλλευσης που μας προσαρμόζει στα μέτρα του κάθε αφεντικού, δεν το κάνουμε από κάποια νοσταλγία για μια «κανονική» δουλειά· η αντίθεσή μας στην προωθούμενη ανασφάλεια δε γίνεται από τη σκοπιά της διεκδίκησης μιας «μόνιμης και σταθερής εργασίας» αλλά από τη σκοπιά της διεκδίκησης ενός σταθερού, ικανοποιητικού ως προς τις ανάγκες μας μισθού, είτε εργαζόμαστε είτε όχι, για όλη την τάξη (ντόπιους και μετανάστες). Έναν μισθό που επιπλέον, θα μας δίνει τη δυνατότητα συλλογικής αντίστασης στην καπιταλιστική επέλαση και θα μας φέρνει σε μια καλύτερη θέση στο συσχετισμό δύναμης απέναντι στο κεφάλαιο και το κράτος του. 

Διεκδικούμε μισθό γνωρίζοντας ότι ακόμα και σε «ιδανικές» συνθήκες είναι απάτη, ψέμα και εκμετάλλευση. Ο τελικός μας στόχος είναι η οικειοποίηση όλου του πλούτου που παράγουμε και σφετερίζονται τα αφεντικά, διαλύοντας ταυτόχρονα την εμπορευματική του μορφή.

Στη μίζερη και μοιρολατρική αποδοχή της πραγματικότητας όπως αποκαλύπτεται σε καθημερινές κουβέντες, επιτέλους ας αντιπαραθέσουμε μια πολεμική ετοιμότητα, ξεκινώντας να λέμε «Θέλουμε μισθό κι όχι δουλίτσα»!

Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την Πλατεία Συντάγματος

http://synelefsi-syntagmatos.espivblogs.net/

Μάρτιος 2019

 

Η προκήρυξη σε pdf

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Απεργίες διαρκείας, διαδηλώσεις, συγκρούσεις με την αστυνομία, ταραχές, απεργίες αλληλεγγύης συνθέτουν το σκηνικό της διαμόρφωσης της εργατικής τάξης την περίοδο 1918-1923. Με φόντο μια εκτατική καπιταλιστική συσσώρευση που βασίζεται στην άντληση απόλυτης υπεραξίας, ένα κράτος-χωροφύλακα και τις πολεμικές επιχειρήσεις του μεγαλοϊδεατικού ελληνικού εθνικισμού, το προλεταριάτο χρησιμοποιεί ένα πλήθος όπλων ενάντια στον υποβιβασμό του σε φτηνή εργασιακή δύναμη.

Η δημιουργία νέων σωματείων και ομοσπονδιών, καθώς και της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ, δεν αποτελεί μια αναίμακτη και ειρηνική διαδικασία. Για μία τάση του εργατικού κινήματος, αναρχική και αντικοινοβουλευτική, και πιο συγκεκριμένα για δύο εκπροσώπους της, τους σχετικά αγνοημένους Σταύρο Κουχτσόγλους και Κωνσταντίνο Σπέρα, καθώς και σε τι μας χρησιμεύει για την ταξική πάλη σήμερα αυτή η ιστορική αναδρομή που θα επιχειρήσουμε να κάνουμε, θα μιλήσουμε στην

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ

με τον αναρχικό σύντροφο ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

συγγραφέα του βιβλίου Ο Ήλιος της Αναρχίας Ανέτειλε

Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής

Πέμπτη, 14 Φλεβάρη, 7 μμ

ΕΙΣΗΓΗΣΗ στην ΠΡΟΒΟΛΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ “SÍ SE PUEDE, Siete días en PAH Barcelona”

ΠρόλογοςΗ «κρίση του δημόσιου χρέους» και η χρήση της ως εργαλείου ταξικής τρομοκρατίας και πειθάρχησης από το 2010 ως σήμερα δεν είχαν μόνο ως επακόλουθο την κατάρρευση του άμεσου και του έμμεσου μισθού σε ποσοστό μέχρι και 40% και την εκτίναξη της ανεργίας μέχρι το 27%, αλλά πρόσφατα άγγιξε και τα σπίτια της εργατικής τάξης. Πριν ακόμα ξεκινήσουμε τη συζήτηση, είναι εξαρχής απαραίτητο να ορίσουμε το πλαίσιο για την ανάλυση του ζητήματος της στέγασης.

Ο Αγώνας για την Εργατική Κατοικία είναι Αγώνας για τον Μισθό

Η στέγαση για τους προλετάριους –μιας και για τα σπίτια των μεσοαστών δεν μας καίγεται έτσι κι αλλιώς καρφί!– δεν είναι δικαίωμα, ούτε μόνο βασική ανάγκη. Όταν μιλάμε για στέγη, μιλάμε για εμπόρευμα. Οι ανάγκες του προλεταριάτου καλύπτονται σε τεράστιο βαθμό από εμπορεύματα, κι αυτό είναι γεγονός! Στη μεταφυσική διάκριση δικαίωμα-εμπόρευμα υποβόσκει το κεϋνσιανό όραμα της επιστροφής στις «καλές εποχές» του ισχυρού κοινωνικού κράτους που υποτίθεται ότι μάχεται τις «αδηφάγες» δυνάμεις της «αγοράς». Στην πραγματικότητα πρόκειται για το καθεστώς μιας πιο ισότιμα μοιρασμένης λιτότητας και μιας κεκαλυμμένης εκμετάλλευσης πίσω από τον μανδύα της προστασίας ενός υποτιθέμενα «κοινού αγαθού». Πέραν αυτού όμως, το βάφτισμα ενός αντικειμένου ή υπηρεσίας ως κοινωνικού αγαθού, πολύ απέχει από το να θεωρείται πως πρέπει να παρέχεται ελεύθερα. Συνήθως, η ιδεολογία της αριστεράς του κεφαλαίου εμμένει απλώς στην αναγκαιότητα η παραγωγή και η διανομή του να διατηρούνται υπό κρατικό έλεγχο, χωρίς αυστηρά κερδοσκοπικό χαρακτήρα, ώστε να είναι απλώς φθηνό και όχι βέβαια τζάμπα. Για μας το ζήτημα της εργατικής οικογενειακής κατοικίας δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ζήτημα του μισθού, γι’ αυτό και θεωρούμε ότι η επίθεση εναντίον της είναι επίθεση στον μισθό.

Πίστωση, Ιδιοκτησία και Στέγη: Πώς η Ιδιόκτητη Κατοικία Συμβάλλει στην Αύξηση του Πραγματικού Μισθού;

Τα σπίτια της εργατικής τάξης αγοράστηκαν με μέρος του μισθού και ειδικά σήμερα, που τόσο ο άμεσος όσο και ο έμμεσος μισθός έχουν πληγεί στην Ελλάδα σε πολύ μεγάλο βαθμό, αποτελούν υπολογίσιμο μέρος του εισοδήματος της εργατικής τάξης. Για να το πούμε απλά, με το να μην πληρώνεται ενοίκιο, μένει μεγαλύτερο μέρος του μισθού «στο χέρι», για να ικανοποιούν οι προλετάριοι –όσο γίνεται– τις ανάγκες τους. Ακόμα και στην περίπτωση που τα σπίτια αγοράστηκαν μέσω δανεισμού, το πιστωτικό χρήμα, που οι προλετάριοι δανείστηκαν από τη δεκαετία του ’80 και μετά, όταν, δηλαδή, οι μισθοί περικόπηκαν, προήλθε είτε από τα κέρδη των αφεντικών, δηλαδή από την υπεραξία που παρήγαγε η εργατική τάξη, είτε από τους τόκους που πλήρωσαν οι εργάτες δανειολήπτες. Το πιστωτικό χρήμα είναι γέννημα θρέμμα της εκμετάλλευσης της εργασίας των προλετάριων. Επομένως, το χρήμα που οι τράπεζες μάς «δανείζουν» χωρίς κανένα γι’ αυτές κόστος, το χρήμα που ύστερα καλούμαστε να το επιστρέψουμε και μάλιστα με τόκο, το χρήμα που σκλαβώνει το μέλλον μας και επισφραγίζει την περαιτέρω εκμετάλλευσή μας, αυτό το χρήμα προέρχεται από τα κέρδη που εμείς δημιουργήσαμε με την απλήρωτη εργασία μας, με την εκχώρηση της δημιουργικότητάς μας στην υπηρεσία του κεφαλαίου.

Με την παραπάνω ανάλυσή μας για τον μισθό, επιδιώκουμε να μην προσκολλούμαστε στην πτυχή του εργάτη ως μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή απλά ως κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά αντίθετα θέλουμε να μεταφέρουμε το ζήτημα του μισθού και έξω από την παραγωγή, ακριβώς επειδή οι σφαίρες της παραγωγής και της αναπαραγωγής είναι συμπληρωματικές και αδιαχώριστες. Είτε μιλάμε για αύξηση άμεσου μισθού, είτε μιλάμε για κοινωνικό μισθό, είτε για άρνηση πληρωμών σε υπηρεσίες, είτε για εναντίωση στους πλειστηριασμούς, το θέμα μας είναι πάντοτε ένα: η υπεράσπιση και αύξηση του συνολικού μισθού, έτσι ώστε να μπορεί να αναδεικνύεται η απλήρωτη εργασία και η εκμετάλλευση –σε όλες τις εκφάνσεις της– και όχι βέβαια γιατί θα ήμασταν ικανοποιημένοι με την αύξηση των μισθών αυτή καθαυτή.

Η άρνηση πληρωμών αφορά και τη στέγη

Το ζήτημα που βάζουμε στο επίκεντρο στη σημερινή εκδήλωση είναι το πώς θα μπορέσει η τάξη μας να αρνηθεί να χρηματοδοτήσει και με τα σπίτια της τον επόμενο κύκλο της επιδιωκόμενης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εκκίνηση των προβληματισμών μας είναι η απουσία κινήματος αντίστασης με όρους ταξικής συλλογικής δράσης στους πλειστηριασμούς που ξεκίνησαν ηλεκτρονικά από το Φλεβάρη του 2018. Δε μας διαφεύγει ότι συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις ανέλαβαν εργολαβικά τον υποτιθέμενο αγώνα ενάντια στο πρόσφατο κύμα κατασχέσεων με ξεκάθαρες πολιτικές βλέψεις. Από τη μια, όμως, δεν μας καλύπτουν τα γενικόλογα λαϊκίστικα συνθήματα για «τα σπίτια του λαού» ή «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» κι από την άλλη προσβλέπουμε στην ενδυνάμωση και τη γενίκευση που μπορεί να αποκτήσει η κίνηση παρεμπόδισης της αρπαγής των σπιτιών μας, με όρους, όμως, ταξικούς. Στραφήκαμε στην Ισπανία και στο κίνημα υπεράσπισης της στέγης που αναδύθηκε εκεί το 2008 με στόχο να αναδείξουμε το ζήτημα της συλλογικής δράσης ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την ανάπτυξη κινήματος.

Η Περίπτωση της PAH ως Κίνημα Πολιτών

Το ντοκιμαντέρ που επιλέξαμε καταγράφει την καθημερινή δραστηριότητα του κινήματος της Πλατφόρμας των Πληγέντων από τις Υποθήκες, της Plataforma de Afectados por la Hipoteca (PAH) στη διάρκεια μιας εβδομάδας. Πέρα από τις πληροφορίες που μας δίνει για το κίνημα στην Ισπανία, αποτελεί το ίδιο ταυτόχρονα ένα ντοκουμέντο εκείνης της περιόδου. Συμπυκνώνει την ιδεολογία αυτού του κινήματος ακριβώς γιατί φτιάχτηκε από άτομα μέσα από το κίνημα.

Η PAH γεννήθηκε στη Βαρκελώνη, τον Φεβρουάριο του 2008, κυρίως από ισπανόφωνους μετανάστες που αντιμετώπιζαν προβλήματα με το στεγαστικό τους δάνειο. Σε εκείνη τη φάση οι κατασχέσεις πρώτης κατοικίας είχαν ξεπεράσει τις 550.000, από τις οποίες ένας μεγάλος αριθμός αφορούσε εργατικές κατοικίες, και ένα κύμα αυτοκτονιών που τις συνόδευε προκάλεσε την κοινωνική κατακραυγή. Με τη δημιουργία μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης γύρω από την στέγαση, γεννιέται ένα κίνημα πολιτών που υπερασπίζεται το «δικαίωμα για αξιοπρεπή στέγη» και το οποίο αναδεικνύεται σε κύριο συνομιλητή της ισπανικής κυβέρνησης σχετικά με τις πολιτικές στέγασης.

Ιστορική Αναδρομή στο Ζήτημα της Στέγασης στην Ισπανία

Εδώ αξίζει να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο υπόβαθρο της στεγαστικής κρίσης στην Ισπανία ως επακόλουθο της εκεί «κρίσης χρέους».

Από το 1997 έως το 2007 η Ισπανία ζει την πιο εκτεταμένη οικοδομική έκρηξη στην ιστορία της. Με την ένταξή της στην Ε.Ε. αρχικά και στη Νομισματική Ένωση στη συνέχεια, πρωτόγνωρες ποσότητες υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων με τη μορφή δανείων αρχίζουν να εισρέουν στη χώρα. Δίνεται έτσι η δυνατότητα στο τραπεζικό σύστημα να διοχετεύσει αφειδώς φθηνό πιστωτικό χρήμα τόσο σε κατασκευαστές όσο και σε αγοραστές κι έτσι το ιδιωτικό χρέος εκτοξεύεται (το ίδιο σενάριο είδαμε να παίζεται κι εδώ και σε άλλες χώρες της «περιφέρειας» της ευρωζώνης). Από πλευράς κρατικής πολιτικής, η οικοδομική έκρηξη είχε προετοιμαστεί στη διάρκεια των δεκαετιών του ’80 και του ’90 με τις πολιτικές απορρύθμισης στους όρους χρήσης της γης και χορήγησης τραπεζικών δανείων, πολιτικές που αποτελούσαν όρους για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πηγαίνοντας για λίγο πίσω στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, διαπιστώνουμε ότι ο ρόλος του real estate τόσο ως εργαλείου ελέγχου και πειθάρχησης της εργατικής τάξης όσο και ως μοχλού ανάπτυξης της ισπανικής οικονομίας είναι στρατηγικός. «Θέλουμε ένα έθνος ιδιοκτητών, όχι προλετάριων», δηλώνει ο υπουργός Εσωτερικών του Φράνκο το 1957. Αυτό σηματοδοτεί τη στρατηγική επιλογή του φρανκικού καθεστώτος να σπρώξει το απείθαρχο προλεταριάτο από τις παραγκουπόλεις γύρω από τη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη να «τακτοποιηθεί» σε διαμερίσματα. Στην οικοδομική έκρηξη που έλαβε χώρα εκείνο το διάστημα οφείλεται και το ότι η Ισπανία είναι μια χώρα με παραδοσιακά μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης, ποσοστό υψηλότερο από αυτό της Ελλάδας.

Ξαναγυρίζοντας στην πρόσφατη δεκαετία 1997-2007, τα υψηλά ενοίκια και οι δελεαστικές προσφορές στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες που συχνά χρηματοδοτούσαν το 100% (!) της αξίας του ακινήτου, ακόμα και χωρίς κανένα περιουσιακό κριτήριο, έστρεψαν ένα μεγάλο κομμάτι του προλεταριάτου στη σύναψη δανείων για την ικανοποίηση της ανάγκης της στέγασης.

Οι δανειοδοτήσεις απευθύνονταν σε μια εργατική τάξη της οποίας το 30% ήταν προσωρινοί εργαζόμενοι, ενώ οι μισθοί έπεσαν κατά μέσο όρο 10% από το 1997 μέχρι το 2007. Παρόλα αυτά, οι ισπανικές τράπεζες τότε χορήγησαν 9,3 εκατομμύρια ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια. Οι τιμές των ακινήτων εκτοξεύτηκαν, την ίδια περίοδο που η ανοικοδόμηση ήταν «πυρετώδης». Αποτέλεσμα; Το χρέος των νοικοκυριών εκτινάχτηκε σε τέτοιο βαθμό που ο συνολικός αριθμός των υπερχρεωμένων ήταν τέσσερις φορές μεγαλύτερος το 2006 σε σχέση με το 1990, ενώ το 42% των Ισπανών άνω των 20 ετών χρωστούσε στις τράπεζες, με τις μισές από αυτές τις περιπτώσεις να συνδέονται με ενυπόθηκα δάνεια. Το 2006 σε κάθε ευρώ καθαρού μισθού ενός χρεωμένου Ισπανού αντιστοιχούσε 1,25 ευρώ χρέους.

Το 2007 ξεκινάει η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και η στεγαστική «φούσκα» σπάει με αποτέλεσμα την ίδια ώρα που οι τράπεζες τούς πιέζουν πια ασφυκτικά να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, οι προλετάριοι να βλέπουν τους μισθούς τους να συρρικνώνονται και τις δουλειές τους να κάνουν φτερά. Οι τράπεζες στην Ισπανία, όπως και στην Αμερική, είχαν εκδώσει πιστωτικά παράγωγα με αντίκρισμα στεγαστικά δάνεια υψηλού ρίσκου, τα περιβόητα σήμερα πια «τοξικά ομόλογα», με αποτέλεσμα η έκρηξη της φούσκας στην χρηματοπιστωτική σφαίρα να έχει δραματικές επιπτώσεις τόσο στην παραγωγή όσο και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Όταν πια τα δάνεια στέρεψαν, η κατασκευαστική δραστηριότητα που ως τότε τροφοδοτούνταν από αυτά σταμάτησε και η ανεργία έφτασε το 26% (και το 40% στους νέους), 3,5 εκατομμύρια σπίτια έμειναν άδεια, αλλά συγχρόνως ξεκίνησαν και οι μαζικές κατασχέσεις των σπιτιών που οι ιδιοκτήτες τους είχαν υποστεί μείωση του εισοδήματός τους σε βαθμό που, όπως θα δούμε και σε συνεντεύξεις στο ντοκιμαντέρ, θα έπρεπε να παραμελήσουν βασικές τους ανάγκες για να μπορούν να πληρώνουν τις δόσεις των δανείων τους. Είναι η στιγμή που το σύστημα βρίσκεται μπροστά σε μια από τις αντιφάσεις του: οι μισθοί κόβονται αλλά συγχρόνως πρέπει να ικανοποιούνται και οι ορέξεις του τραπεζικού κεφαλαίου.

Από τις εξώσεις που έγιναν, 327.000 αφορούσαν πρώτες κατοικίες οι οποίες, στη Βαρκελώνη τουλάχιστον, συγκεντρώνονταν στις πιο φτωχές γειτονιές της πόλης. Οι ομάδες που επλήγησαν περισσότερο ήταν οι άνεργοι, οι μετανάστες και οι χωρισμένες γυναίκες με παιδιά. Όλοι αυτοί συνέχισαν να χρωστάνε για την υπόλοιπη ζωή τους, παρόλο που έχασαν τα σπίτια τους. Ο υφιστάμενος νόμος για τα στεγαστικά δάνεια είχε εισαχθεί το 1946, δηλαδή επί Φράνκο, και είναι πολύ αυστηρός επιτρέποντας στις τράπεζες να προχωρούν σε κατασχέσεις ακόμα και για μία μόνο καθυστερημένη δόση, ενώ η κατάσχεση δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από το μέρος του δανείου που υπολείπεται μετά την κατάσχεση και που δεν είναι ευκαταφρόνητο, αν σκεφτεί κανείς την κατάρρευση των ονομαστικών αξιών των ακινήτων. Ο μεγάλος αριθμός εξώσεων μετέτρεψε τις τράπεζες σε κύριο ιδιοκτήτη μεγάλου αποθέματος ακινήτων, μεγαλύτερο ακόμα και από αυτό που κατέχει το κράτος. Οι τράπεζες μάλιστα δημιούργησαν εξειδικευμένες θυγατρικές εταιρείες (οι οποίες αποτελούν το πρότυπο για τις ελληνικές τράπεζες σήμερα) για τη διαχείριση και την πώλησή τους.

Για να συμπληρωθεί η εικόνα, ας προστεθεί ότι τα χρέη του τραπεζικού τομέα κρατικοποιήθηκαν, καθώς η Ισπανία (όπως άλλωστε η Ελλάδα, η Πορτογαλία, οι ΗΠΑ κλπ.) κατέφυγε για τη διάσωσή του το 2012 στον δανεισμό 61 δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία προστέθηκαν στο υφιστάμενο κρατικό χρέος και έτσι μετακυλίστηκαν στις πλάτες του ισπανικού προλεταριάτου: το κόστος της «δημοσιονομικής εξυγίανσης» που επέβαλλαν οι όροι του δανείου το επωμίστηκαν οι εργαζόμενοι, μέσω ενός προγράμματος που περιλάμβανε περικοπές συντάξεων, μισθών και κοινωνικών παροχών, περικοπές σε υγεία και παιδεία και φορολογικά μέτρα. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδύεται το κίνημα της Πλατφόρμας, το οποίο προήλθε από ένα προηγούμενο κίνημα σχετικά με το στεγαστικό πρόβλημα (βλ. πανάκριβα ενοίκια –πτωτική τάση των πραγματικών μισθών), το “V de Vivienda” (σαν να λέγαμε «Σ για τη Στέγη») που είχε δημιουργηθεί το 2003, στα «ένδοξα» χρόνια των γενναίων πιστώσεων, και καθώς αποσκοπούσε στη διάδοση της ιδέας των στεγαστικών καταλήψεων σε μια κοινωνία με 85% ποσοστό ιδιοκατοίκησης, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν μειοψηφικό. Η Πλατφόρμα θα τύχει γενικότερης κοινωνικής αποδοχής και νομιμοποίησης αφότου ταυτίστηκε με το κίνημα 15 Μ, δηλ. το κίνημα των πλατειών του 2011, με το οποίο έχει ισχυρούς δεσμούς και χάρη στο οποίο μπόρεσε και επεκτάθηκε τόσο πολύ.

Κριτική Ανάλυση του Κινήματος για τη Στέγη και του Ιδεολογικού Περιεχομένου του Ντοκιμαντέρ

Παρακάτω θα επιχειρήσουμε να ξεδιπλώσουμε και να αναλύσουμε κριτικά τις δυναμικές και τις αντιφάσεις του κινήματος από μία προλεταριακή σκοπιά εστιάζοντας στο βασικότερο ζήτημα: γιατί και πώς αυτό το κίνημα εγκλωβίστηκε σε μια δημοκρατική εθνική κίνηση.

Το κίνημα της PAH δεν μπόρεσε να ξεπεράσει, όπως φαίνεται ολοκάθαρα και στο ντοκιμαντέρ, τα όρια των πολιτικών δικαιωμάτων. Στην πραγματικότητα, αυτά τα όρια πληρώνονται ακριβά, κάτι που φάνηκε ήδη με την επιτυχή αφομοιωτική πολιτική της αριστεράς του κεφαλαίου στον ελληνικό χώρο. Αλλά οι συνέπειες προεκτείνονται και παραπέρα. Όταν δίνεται χώρος στο λαϊκισμό, δίνεται πάτημα και στα εθνικιστικά κινήματα, όπως αυτό που γεννήθηκε πρόσφατα στην Καταλωνία. Τότε φυσικά, όλες αυτές οι αρνήσεις που γεννήθηκαν στο παρελθόν πάνε στον κάλαθο των αχρήστων, εφόσον γίνονται διεκδικήσεις για ένα νέο κράτος και μια εναλλακτική διαχείριση του καπιταλιστικού πλούτου.

«Λαός» vs. Τραπεζίτες

Παρακολουθώντας κανείς το ντοκιμαντέρ διαπιστώνει ότι, αν και οι άνθρωποι που πλήττονταν έζησαν μαζί και αγωνίστηκαν πλάι-πλάι συγκροτώντας κοινότητες αγώνα και είχαν τη δυνατότητα να συνδέσουν το ζήτημα της στέγης με την προλεταριακή κατάσταση συνολικότερα, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η κοινότητα των ενεργών πολιτών στη Βαρκελώνη και στην υπόλοιπη Ισπανία ήταν και παρέμεινε μια εθνική κοινότητα, μια κοινότητα λαού. Οι ίδιοι οι ιδρυτές και τα μέλη της Πλατφόρμας αυτοπροσδιορίζονται ως «ένα κίνημα πολιτών χωρίς κομματικούς δεσμούς, που βασίζεται στην αλληλοϋποστήριξη και την ειρηνική διαμαρτυρία». Οι πληττόμενοι από τις κατασχέσεις οργανώθηκαν μαζικά και διεκδίκησαν αυτό που αυθόρμητα θεωρείται «δίκαιο» στα πλαίσια μιας κοινωνίας όπου κυριαρχεί η ατομική ιδιοκτησία: το «δικαίωμα στη στέγη». Όπως παρακολουθούμε στην ταινία, η PAH στήνει διαύλους επικοινωνίας με τους κρατικούς μηχανισμούς, συνδιαλέγεται με τις τράπεζες και βάζει σε κίνηση διάφορα νομικά μέσα για να αντιμετωπίσει τα ζητήματα αυτών που ζητούν βοήθεια ή συμμετέχουν στο δίκτυο. Αντιτάσσει το δικό τους δίκαιο, το ανθρώπινο, απέναντι στο δίκαιο των τραπεζών, απέναντι στο δίκαιο της «αγοράς». Δεν στοχοποιεί συνολικά τις εμπορευματικές σχέσεις, ούτε την καπιταλιστική τάξη εν γένει, και ούτε καν τη μάζα των μεγάλων κεφαλαιοκρατών. Στοχοποιεί κατά βάση τους τραπεζίτες και τις «διεφθαρμένες» κεντρικές κυβερνήσεις. Συγκροτεί μια μαζική κοινότητα αγώνα που όμως πρόκειται για την κοινότητα των διαχωρισμένων πολιτών, μιας και οι ίδιοι οι προλετάριοι δεν αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως τάξη εναντίον τάξης, αλλά σαν μια κοινότητα αδικημένων των οποίων το τραπεζικό σύστημα καταπατά δικαιώματα που το «Ισπανικό Σύνταγμα» όφειλε να προστατεύει.

Δημοκρατία και Καπιταλισμός: Μια Ιστορία Αγάπης

Η PAH, ως γνήσιο κίνημα πολιτών που θέλει να είναι –δηλαδή πολιτών της Ισπανίας– κάνει έκκληση και στο σύνταγμα του κράτους. Με τα βιώματα που έχουμε από τους εδώ αγώνες, ξέρουμε ότι πρόκειται για μία τυπική στάση που κρατάνε οι κάθε λογιών αριστεροί στα κινήματα που εμπλέκονται. Απαιτεί όπως λέει «πραγματική δημοκρατία»! Όπως ακριβώς συνέβη και στην πλατεία Συντάγματος το καλοκαίρι του 2011. Η «πραγματική δημοκρατία» που ευαγγελίζεται δεν αποτελεί φυσικά πρόταγμα ενάντια στην καπιταλιστική πραγματικότητα. Άλλωστε η φαντασιακή κοινότητα των ισότιμων πολιτών που πραγματώνεται και θωρακίζεται εντός του δημοκρατικού έθνους-κράτους είναι στην πραγματικότητα ένα από τα πλέον εύφορα πεδία για την οργάνωση της ζωής ως δραστηριότητα που αναπαράγει την καπιταλιστική σχέση. Το κράτος κατοχυρώνει σε νομικό και πολιτικό επίπεδο την ισότητα της εργάτριας απέναντι στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας – και μόνο σε αυτά. Η ψευδο-κοινότητα του έθνους κονιορτοποιεί τις ταξικές αντιθέσεις στο επίπεδο της συνείδησης. Η εργάτρια γίνεται αντιληπτή ως ένας ακόμα «συντελεστής παραγωγής», ένας παράγοντας της οικονομικής ανάπτυξης με την ψευδαίσθηση ότι συναποφασίζει το μέλλον της πολιτείας της. Στην πραγματικότητα, η ελευθερία της έγκειται απλά στη δυνατότητα επιλογής μεταξύ της μισθωτής εργασίας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Μονοθεματικότητα και Αποσπασματικότητα του Αγώνα

Είναι, επομένως, εύλογο και μέρος της ιδεολογίας των δικαιωμάτων η αποσπασματικότητα να αποτελεί ένα βασικό όριο του κινήματος στην Ισπανία. Μπορεί οι ίδιοι οι spokesmen της PAH να μας λένε: «πώς να αποπληρώσεις το δάνειο όταν έχεις μείνει άνεργος ή παίρνεις για μισθό πενταροδεκάρες;», όμως, η PAH δεν έκανε ποτέ καμία δράση ενάντια στην υποτίμηση του άμεσου μισθού ή σε άλλες μορφές υποτίμησης του έμμεσου, ακριβώς βέβαια γιατί ήταν η PAH, δηλαδή μία μονοθεματική ομάδα, όπως αυτές που βλέπουμε παντού τριγύρω μας και εδώ πέρα. Όπως παρακολουθούμε στο ντοκιμαντέρ, αν και γίνεται η σύνδεση με τις περικοπές μισθών, δεν δίνεται εν τούτοις καμιά προέκταση και το κίνημα δεν παίρνει καμιά ταξική κατεύθυνση. Η αναφορά στον μισθό χρησιμοποιείται μόνο ως ένας τρόπος για να γίνει αισθητή η δραματικότητα της κατάστασης.

Αριστερά του Κεφαλαίου και Αφομοίωση: Ηγέτες του Κινήματος Γίνονται Κρατικά Στελέχη

Κι αυτό δεν γίνεται καθόλου τυχαία, αφού οι ινστρούχτορες που το κατευθύνουν έχουν άλλες προτεραιότητες και στοχοθεσία: τρεις δημαρχίνες προέκυψαν στην Ισπανία από τα σπλάχνα αυτού του κινήματος. Η πιο δημοφιλής από αυτές, η σημερινή δήμαρχος της Βαρκελώνης Άντα Κολάου, εμφανίζεται από την αρχή στο ντοκιμαντέρ ως ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος της PAH. Με το να μην απονομιμοποιείται η πολιτική ως διαχωρισμένη δραστηριότητα, αλλά το θέμα να τίθεται στη λαϊκο-δημοκρατική βάση της απειλής βασικών αναγκών και δικαιωμάτων είναι εύκολο –και επιδιώκεται από τους ίδιους τους θιγόμενους εξάλλου– να βρεθούν σε πολιτικά πόστα περσόνες (ή πολιτικά κόμματα) που ξεπηδούν μέσα από το κίνημα και που αναλαμβάνουν, απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη του κόσμου, να λύσουν τα προβλήματα, το στεγαστικό εν προκειμένω. Το σενάριο το έχουμε ήδη «απολαύσει» και στα ελληνικά πράγματα με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ…

Αριστερός Λαϊκισμός: Οι «Νίκες του Λαού» ως Νίκες της Αλλοτριωμένης Εργασίας

Ο δημοκρατισμός αποκτά συχνά τη χυδαία μορφή του λαϊκισμού στα πλαίσια κοινωνικών κινημάτων, παρά την εξιδανίκευσή του στο επίπεδο της θεωρίας. Η ιδεολογία της PAH, που εχθρεύεται πρώτα και κύρια τις τράπεζες ως μπαγαπόντηδες και εκβιαστές, πάει χέρι με χέρι με τη δημοφιλή στις μέρες μας ιδεολογία που θέλει το «λαό» ή τους «καταπιεσμένους» να αποτελούν το 99% του πληθυσμού και τους «κυρίαρχους» το 1%. Με το στραπατσάρισμα της ταξικής συνείδησης, η αφηρημένη κοινότητα «λαός» μπορεί και σφυρηλατείται ως ψευδο-κοινότητα κάποιων πολιτών ποτέ δεν ξέρουμε ποιών αλλά σίγουρα πολλών– ενός συγκεκριμένου έθνους με υποτιθέμενα ενιαία συμφέροντα.

Τι ζητάει ο «λαός»; «Πολιτική διαφάνεια», «συμμετοχικότητα», «κοινωνικό κράτος», «εθνική ομοψυχία», «δυνατή μεσαία τάξη», «δημοκρατία». Ο λαός δεν ησυχάζει εύκολα… Χρειάζεται «νίκες». Κι αυτός που του εξασφαλίζει τις «νίκες» δεν μπορεί να είναι άλλος από νέους καλοθελητές κυβερνήτες. Αυτοί δεν είναι όποιοι κι όποιοι. Είναι βγαλμένοι, όπως είπαμε, μέσα από τα ίδια τα σπλάχνα του κινήματος. Κάπως έτσι, λοιπόν, καταλήγουν να ξεπηδούν δημαρχίνες στην Ισπανία και κυβερνήσεις στην Ελλάδα. Γιατί όταν το αίτημά σου είναι η «πραγματική δημοκρατία», κάποια στιγμή θα βγεις «νικητής» και θα τη ζήσεις σε όλο της το μεγαλείο. Η κλασική περίπτωση κάθε επιφανειακής «αντίδρασης στον καπιταλισμό» αδυνατεί ειδικότερα να κριτικάρει την εργασία στη συγκεκριμένη της μορφή, με τους ποικίλους τρόπους που αυτή βιώνεται από τον κάθε προλετάριο ανάλογα με τον βαθμό εξειδίκευσής του, το φύλο, τη φυλή, την ιθαγένεια, τη θέση της χώρας διαμονής στον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας· ή και ανάλογα με τα ειδικότερα ακόμα χαρακτηριστικά της εκάστοτε εργασιακής συνθήκης και της υποκειμενικής πρόσληψης της αποξένωσης τόσο μέσα στην παραγωγική δραστηριότητα όσο και έξω από αυτήν. Χωρίς κριτική στην εργασία δεν υφίσταται, βέβαια, και κριτική στα παράγωγά της: στο θέαμα, στα καταναλωτικά εμπορεύματα, στις μηχανές, στην επιστήμη, στις κοινωνικές ταυτότητες κ.λπ.

Η Επιθετική Διάσταση του Κινήματος

Παρόλα αυτά, ενώ είδαμε πως ο δημοκρατισμός τη PAH αποτέλεσε σημαντικό εμπόδιο στη συγκρότηση ενός προλεταριακού κινήματος, ταυτόχρονα εκδηλώθηκαν κάποια χαρακτηριστικά που δεν ταίριαζαν στο επίσημο ιδεολογικό της αφήγημα. Η PAH αναγνώρισε ότι χωρίς τις όποιες επιθετικές συλλογικές πρακτικές δεν μπορεί να κερδηθεί τίποτα. Σε καμία περίπτωση βέβαια δεν εγκατέλειψε την ιδεολογία του πολίτη. Επέλεξε να την ξεχειλώσει, ώστε να χωράει ακόμα και πρακτικές άρνησης από τα κάτω. Η ταξική σύνθεση του κινήματος αποτέλεσε σίγουρα σημαντικό παράγοντα για τη γέννηση αυτών των εσωτερικών αντιθέσεων αντίστοιχων με αυτών που ήρθε αντιμέτωπο το κίνημα των πλατειών στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, υιοθετούνται πρακτικές άμεσης δράσης που έρχονται συχνά σε σύγκρουση με τις (βουτηγμένες στην ιδεολογία του πολίτη) δημοκρατικές διακηρύξεις του κινήματος, αποτρέπονται εξώσεις, καταλαμβάνονται κτίρια, δημιουργούνται ομάδες συμβουλευτικού ρόλου και ψυχολογικής αλληλοϋποστήριξης. Το κίνημα αποκτά μερικώς ενοποιητικό και πιο έκδηλα πολιτικό χαρακτήρα, αλλά μόνον εφόσον βάζει στο στόχαστρο έναν νόμο: συγκεκριμένα αυτόν που προβλέπει ότι μένεις χρεωμένος ακόμα και αφότου σου πάρουν το σπίτι. Οι παραπάνω πρακτικές συμπυκνώνονται στον όρο «ανυπακοή» και εμπεριέχουν στοιχεία τα οποία θεωρούμε ότι είναι οι βάσεις για ένα προλεταριακό κίνημα, παρ’ όλο που η PAH απέχει πολύ απ’ αυτό.

Χρειάζεται πάντως να ξεκαθαρίσουμε ότι οι λεγόμενες «καταλήψεις» που προέκυψαν από το εν λόγω κίνημα έχουν έναν ιδιότυπο χαρακτήρα. Συγκεκριμένα συμφωνείται να πληρώνεται ως νοίκι, από τους «καταληψίες» στις τράπεζες, μέχρι και το 30% του εισοδήματος των πρώτων (!). Επίσης, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο νόμος που μπαίνει στο στόχαστρο δεν εκκινεί από κάποια συνολικότερη κριτική στο σύστημα της πίστωσης. Καταγγέλλεται απλώς μια «αδικία» σε βάρος του «ισπανικού λαού», ότι δηλαδή, ενώ οι πολιτικές της διεφθαρμένης κυβέρνησης προκαλούν την ανεργία και την ανέχεια, οι τράπεζες δεν διστάζουν να τους εκβιάζουν για την αποπληρωμή των χρεών τους, ενοχοποιώντας τους συγχρόνως ως «μπαταχτζήδες».

Η Ελληνική Περίπτωση

Ωστόσο, στην Ελλάδα μέχρι σήμερα τα πράγματα φαίνεται να είναι ακόμα χειρότερα, αφού απουσιάζει η συλλογική βάση που αποτελεί την ελάχιστη προϋπόθεση ακόμα και για ένα δημοκρατικό κίνημα για τη στέγαση και είναι σαφές ότι ακτιβιστές, πολιτικές ομάδες και κόμματα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν κανένα κίνημα από τα κάτω. Από αυτή την οπτική γωνία, όσο κι αν ασκήσουμε κριτική στα χαρακτηριστικά του κινήματος υπεράσπισης της στέγης στην Ισπανία, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι εκεί τουλάχιστον το ζήτημα τέθηκε με κινηματικούς όρους κι οπωσδήποτε έφτασε σε σημείο πολύ πιο αξιόλογο από ό,τι εδώ. Δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει με το ότι ένα κίνημα ενεργών πολιτών –όσο κι αν επιδέχεται κριτικής– είναι οπωσδήποτε κάτι πιο θετικό από μεμονωμένους εργαζόμενους πολίτες-ιδιοκτήτες που καταφεύγουν καθαρά και μόνο σε νομικές ενέργειες για να ενταχθούν στο νόμο Κατσέλη-Σταθάκη, προκειμένου να σώσει ο καθένας αποκλειστικά το δικό του σπίτι, όπως γίνεται σήμερα στην Ελλάδα. Η πρακτική αυτή, που επιλέγεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των δανειοληπτών μέχρι τώρα, αποτελεί και την πιο μεγάλη επιβεβαίωση της ταυτότητας του πολίτη και της κοινωνίας των πολιτών-ιδιωτών. Όπως βλέπουμε και στο ντοκιμαντέρ, και το κίνημα της PAH χρησιμοποιούσε –εκτός των άλλων– και τη νομική οδό, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση γινόταν συλλογική χρήση των νομικών μέσων. Ο δικηγόρος που κινεί τις νομικές διαδικασίες είναι της οργάνωσης και όχι κάποιος που προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντος.

Στον αντίποδα της συλλογικής δράσης των Ισπανών προλετάριων, με τα αναμφισβήτητα λαϊκίστικα χαρακτηριστικά της, βρίσκεται η στάση της προσφυγής στη δικαιοσύνη που φαίνεται πως έχει επιλέξει μέχρι στιγμής η ελληνική κοινωνία. Τα χρονικά όρια για την ένταξη στον νόμο Κατσέλη-Σταθάκη σύμφωνα με την αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου που έχει συμφωνήσει η αριστερά του κεφαλαίου με τους δανειστές στενεύουν. Οι δανειολήπτες γνωρίζουν ότι το 2019 λήγει η προθεσμία ένταξης στο όποιο προστατευτικό πλαίσιο και ότι οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί έχει συμφωνηθεί να φτάσουν τις 130.000 μέχρι το 2021, γι’ αυτό σπεύδουν να κινηθούν ατομικιστικά σε νομικό επίπεδο. Η αντίδραση αυτή έχει βέβαια κάποια όρια. Έτσι κι αλλιώς, καθώς τα οικονομικά κριτήρια ένταξης με την επικαιροποίηση Σταθάκη στον νόμο Κατσέλη έχουν γίνει πολύ πιο αυστηρά, κάποιοι θα μείνουν εκτός προστασίας κι αυτό που μένει να διαπιστώσουμε στο μέλλον είναι αν θα στραφούν πλέον στη συλλογική δράση, οπότε είναι πιθανό να αναδυθεί ένα πεδίο αγώνα.

Ταξικό Κίνημα ή Κίνημα Πολιτών;

Αν αναπτυχθεί ένα κίνημα διεκδίκησης γύρω από τη στέγαση και αν συνδεθεί με ένα κίνημα συλλογικής διεκδίκησης για τον μισθό, ξεπερνώντας τα χαρακτηριστικά ενός κινήματος πολιτών ενός έθνους κράτους και μετατρεπόμενο σε ταξικό κίνημα, η κατεύθυνση θα είναι προς όφελος της εργατικής τάξης. Αν όμως, όπως έγινε και στην Ισπανία, αυτά τα δύο μείνουν ασύνδετα και το ζήτημα της στέγασης τεθεί στο επίπεδο του δικαιώματος και δε συνδεθεί καν με τον μισθό, θα έρθει να προστεθεί στις μέχρι τώρα ήττες της εργατικής τάξης… ήττες που έχουν συμβάλλει στη δημιουργία μιας πολύ αρνητικής μέχρι στιγμής εξέλιξης: στην εκπροσώπηση από μια αριστερή κυβέρνηση που συνεχίζει να επιβάλλει πολιτικές λιτότητας, αφού ο προηγούμενος κύκλος αγώνα που ήταν ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και του κράτους του με όχημα την «κρίση χρέους» και τις περικοπές, δηλαδή «το κίνημα των πλατειών», ήταν απλώς μια νίκη των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Αυτό το προηγούμενο της υποχώρησης της ταξικής προοπτικής δεν δημιουργεί δυστυχώς ευνοϊκές περιστάσεις για την ανάπτυξη αγώνων σήμερα.

Μάιος-Οκτώβριος 2018

Το κείμενο της Εισήγησης σε μορφή pdf

ΟΥΤΕ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΗ, ΟΥΤΕ ΧΑΜΗΛΟΜΙΣΘΗ, ΟΥΤΕ ΑΛΛΟΤΡΙΩΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Ενδόμυχες σκέψεις στην κοινωνία της επιβίωσης

Νιώσατε, όπως κι εμείς, έστω μια φορά την επιθυμία να φτάσετε αργοπορημένοι στη δουλειά σας ή να φύγετε νωρίτερα;

Σ’ αυτήν την περίπτωση, καταλάβατε ότι ο χρόνος εργασίας είναι διπλά χαμένος για μας: χαμένος σαν χρόνος που θα ήταν πιο ευχάριστο να αφιερώσουμε στην ελεύθερη συλλογική δημιουργία, τον έρωτα, τις ονειροπολήσεις, τις επιθυμίες, τα πάθη· και χαμένος σαν χρόνος σωματικής και νευρικής φθοράς.

Από την άλλη είναι χρόνος διπλά κερδισμένος για τα αφεντικά: κερδισμένος για το αφεντικό που μας μισθώνει με αντάλλαγμα ένα χρηματικό ποσό που δεν καλύπτει παρά ένα μικρό μέρος του προσφερόμενου χρόνου εργασίας, ενώ το υπόλοιπο το τσεπώνει ως κέρδος· και κερδισμένος για τα υπόλοιπα αφεντικά-ιδιοκτήτες που μας πουλάνε στο εμπόριο τα εμπορεύματα που εμείς ή οι άλλοι προλετάριοι παράγουμε.

Παντού όπου υπάρχει εμπόρευμα υπάρχει αναγκαστική εργασία, μισθωτή σκλαβιά, και όλες σχεδόν οι δραστηριότητες τείνουν να συγγενεύουν με την αναγκαστική εργασία: παράγουμε, καταναλώνουμε, τρώμε, κοιμόμαστε για ένα αφεντικό, για έναν ηγέτη, για το κράτος, για το σύστημα του γενικευμένου εμπορεύματος και της επιβίωσης.

Να εργάζεσαι σημαίνει να ζεις λιγότερο. Κι αυτή η απλή αλήθεια είναι ακόμα πιο φανερή το καλοκαίρι στην τουριστική βιομηχανία όπου οι περισσότεροι εργαζόμενοι – χαμάληδες εμπορευμάτων δουλεύουν 10ωρα (αν και δηλώνονται για τετράωρα ή καθόλου!), πληρώνονται χαμηλότερα αφού τους κλέβουν τα ένσημα, τις υπερωρίες και τα σαββατοκύριακα (δημιουργώντας τους την ψευδαίσθηση ότι επειδή παίρνουν περισσότερα λεφτά στο χέρι πληρώνονται παραπάνω από τον κατώτατο μισθό!) και είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν τους τουρίστες που η μετακίνηση από τον ένα τόπο τυποποιημένης διασκέδασης στον άλλο κατά τη διάρκεια των διακοπών τούς προσφέρει λίγες στιγμές φυγής από την αναγκαστική εργασία στην πόλη (ώστε να μπορέσουν να γυρίσουν σ’ αυτήν πιο ξεκούραστοι και πιο παραγωγικοί!)

Και για τι σούπερ καβάτζα αναγκαστικής εργασίας μιλάμε! Στη χώρα που την «κρίση χρέους» την πληρώνουν τα κορόιδα που είναι αναγκασμένα να πουλάνε την εργασιακή τους δύναμη όσο τα αφεντικά την χρειάζονται, ένας στους τρεις εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα παίρνει 383 ευρώ μεικτά και αναγκάζεται να δουλεύει μαύρα για να την βγάζει, ενώ οι άλλοι δύο βγάζουν μια… περιουσία – στα χαρτιά όμως αφού δουλεύουν απλήρωτοι επί μήνες ή πληρώνονται με καθυστέρηση· ενώ άλλοι ξεσκουριάζουν μόνο με κάποια περιστασιακή απασχόληση, ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός πλήρως ή «μερικώς» απασχολούμενων δουλεύει 10ωρα και 12ωρα.

Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι οι διεκδικήσεις για τα «νόμιμα», και ακόμα περισσότερο οι διεκδικήσεις για λιγότερο χρόνο εργασίας, συλλογικές συμβάσεις και μεγαλύτερο μισθό, δεν μπορούν να βάλουν σε κίνδυνο τον ιδιωτικό καπιταλισμό ή τον κρατικό καπιταλισμό που νοσταλγούν οι σταλινικοί· τα αφεντικά δεν δίνουν στους εργάτες παρά μόνο αυτά που οι εργάτες έχουν τη συλλογική δύναμη και την αποφασιστικότητα να απαιτήσουν.

Κανένα σύστημα κλοπής του χρόνου των άλλων δεν αυτοκαταργήθηκε ποτέ στην ιστορία. Η αργοπορία και οι συνεχείς διεκδικήσεις είναι οι αρετές της τάξης μας. Δύναμή μας είναι η αλληλεγγύη και ο αγώνας για τον άμεσο κι έμμεσο μισθό, δηλαδή για τα λεφτά που παίρνουμε στο χέρι από το αφεντικό μας, συν, για όλες τις προσφερόμενες υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, τη σύνταξη, τα κοινωνικά επιδόματα κλπ.

Σας συνέβη ποτέ να νιώσετε, όπως κι εμείς, έξω από το χώρο εργασίας σας την ίδια αηδία και την ίδια κούραση που νιώθετε σ’ αυτόν;

Σ’ αυτήν την περίπτωση καταλάβατε, όπως κι εμείς, ότι το εργοστάσιο είναι παντού. Είναι το πρωινό ξύπνημα, το τραίνο, το αυτοκίνητο, το σχολείο, το νοσοκομείο, το νοικοκυριό, η οικογένεια, το σπίτι, το ταμείο ανεργίας, η εφορία… Είναι ο χρόνος και ο χώρος της καθημερινής επιβίωσης, η συνήθεια στις κινήσεις που επαναλαμβάνονται μηχανικά κάθε μέρα, στα πάθη που απωθούμε και τα ζούμε με εξουσιοδότηση μέσω των εικόνων. Μέσα από κάθε μια από τις κινήσεις μας –μηχανοποιημένες, επαναλαμβανόμενες, διαχωρισμένες η μια από την άλλη– ο χρόνος κατατεμαχίζεται και, κομμάτι με κομμάτι, μάς ξεριζώνει από τον εαυτό μας.

Ως εργάτριες και εργάτες, ντόπιοι και μετανάστες, έχουμε καταλάβει πολύ καλά ότι ο εκβιασμός της μισθωτής εργασίας, το κυνήγι του άμεσου μισθού, δεν αρχίζει στο χώρο εργασίας μας –το γραφείο, το σχολείο, το μαγαζί, το μπαρ κλπ– αλλά ήδη από τη διαδρομή προς αυτόν. Η αγχωμένη μετάβαση στη δουλειά με το μηχανάκι, το αυτοκίνητο, τις δημόσιες συγκοινωνίες είναι κι αυτή δουλειά και μάλιστα είναι απλήρωτη εργασία που την πληρώνουμε από την τσέπη μας. Γι’ αυτό το να αντιστεκόμαστε στους ελέγχους των ΜΜΜ ή στην επιβολή του ηλεκτρονικού εισιτηρίου είναι υπεράσπιση του έμμεσου μισθού μας και το να διεκδικούμε δωρεάν μετακινήσεις σημαίνει αύξηση του μισθού μας. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε ενάντια σ’ αυτήν την καταναγκαστική συνθήκη νεκρού χρόνου προς και από τη μισθωτή εργασία.

Τα ίδια συναισθήματα αηδίας και κούρασης νιώθουμε και κάθε φορά που αναγκαζόμαστε να επιδιορθώνουμε την εργασιακή μας δύναμη στα νοσοκομεία και στους ψυχολόγους. Τη στιγμή μάλιστα που τόσες πολλές και πολλοί δουλεύουν χωρίς ασφάλιση – περίπου 500.000 υπολογίζονται όσοι δουλεύουν πλήρως «μαύρα» και 200.000 οι υποδηλωμένοι– και ειδικά στις χαμαλοδουλειές του τουρισμού, είναι ειρωνεία να μας διαφημίζει η αριστερά του κεφαλαίου την κατάργηση του 5ευρου στα νοσοκομεία. Το κομμάτι αυτό του έμμεσου μισθού μας που είναι η δωρεάν περίθαλψη ροκανίζεται ή και εξαφανίζεται εξαιτίας της ανασφάλιστης και υποδηλωμένης εργασίας.

Ακόμα και στο σπίτι, είτε ανήκει κανείς στην κατηγορία όσων έχουν δική τους στέγη και έτσι διατηρεί το εργατικό εισόδημα σε κάποιο αξιοπρεπές επίπεδο είτε νοικιάζει, η καθημερινότητα λίγο διαφέρει από τη μισθωτή δουλεία. Η αναπαραγωγή μας μέσω της απλήρωτης οικιακής μας εργασίας ρίχνει την αξία της εργασιακής μας δύναμης προσφέροντας στα αφεντικά φτηνότερους, πλήρως διαθέσιμους προς εκμετάλλευση εργάτες που θα τους εξασφαλίσουν μεγαλύτερη υπεραξία. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, το υποτιθέμενο «καταφύγιο»-σπίτι μας, χρησιμεύει στο κεφάλαιο για τη φτηνή αναπαραγωγή μας, καθώς εκεί παράγεται το σημαντικότερο εμπόρευμα, η εργασιακή δύναμη αλλά και αυτές οι κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνουν και αναπαράγουν κατάλληλα τους προλετάριους, δηλαδή τους ανθρώπους ως προλετάριους. Το σπίτι βέβαια χρησιμεύει και για την κανονικοποίησή μας, ειδικά όταν πρόκειται για την πυρηνική οικογένεια.

Σε όσες και όσους ανήκουμε στο προλεταριάτο της τουριστικής βαριάς βιομηχανίας, δεν είναι καθόλου δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε το εύρος του κοινωνικού εργοστασίου, αφού η ψυχαγωγία (των άλλων) είναι η δική μας εκμετάλλευση. Ιδροκοπώντας πάνω από τους φρέντο, τα κοκτέιλ και τη λάντζα, ας θυμόμαστε ότι η άρνηση του γενικευμένου εργοστασίου δεν θα ξεκινήσει από κάποια μυθική πολιτική δύναμη πάνω και έξω από εμάς αλλά από τις δικές μας συλλογικές αρνήσεις.

Νιώσατε την επιθυμία, όπως κι εμείς, να πάρετε από το χώρο εργασίας ή από ένα μαγαζί το άλφα ή βήτα αντικείμενο, για τον απλούστατο λόγο ότι συμμετείχατε στην παραγωγή του ή για τον ακόμα καλύτερο λόγο ότι το χρειάζεστε ή το επιθυμείτε;

Σ’ αυτήν την περίπτωση, καταλάβατε ότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟ ΝΑ ΒΟΥΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΑΓΑΖΙΑ! Δεν είναι κλεψιά να ξαναπάρεις κάτι που το έχεις παραγάγει είτε άμεσα ο ίδιος είτε το έχει παραγάγει η τάξη σου. Τα αφεντικά μάς κλέβουν όσο εμείς δουλεύουμε για αυτά. Εμείς δημιουργούμε ολόκληρο τον πλούτο της κοινωνίας και το κέρδος που βγάζουν πάνω στις δικές μας πλάτες είναι ουσιαστικά απλήρωτη εργασία. Εμείς τους ταΐζουμε, και οι μαλάκες μας δίνουν τα αποφάγια.

Κάθε πράξη απαλλοτρίωσης είναι πράξη ανατίμησης του μισθού μας. Ο μισθός μας σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχεί στην αξία των εμπορευμάτων που έχουμε παραγάγει ή μεταφέρει όσο βρισκόμαστε στη δούλεψη του αφεντικού μας. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν θα περίσσευε τίποτα για τα «καημένα» τα αφεντικά μας και έτσι δεν θα είχαν και λόγο ύπαρξης. Κατά τα άλλα, κράτος και αφεντικά έχουν το θράσος να κατηγορούν το προλεταριάτο ότι καταναλώνει περισσότερα από ό,τι παράγει, παπαριά ολκής αντίστοιχη της Παναγίτσας και του κρίνου. Οι εργάτριες και οι εργάτες δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε ποτέ πλήρως τις επιθυμίες μας μέσα στον καπιταλισμό, και πολλές φορές τα λεφτά που μας δίνουν δεν φτάνουν ούτε καν για τις «βασικές» μας ανάγκες. Το τελευταίο αφορά ιδίως στις περιπτώσεις των ανέργων, που τα επιδόματα απλά τους συντηρούν για να μην ψοφήσουν.

Δεν χρειάζεται να κάνουμε βέβαια καμία διάκριση μεταξύ «βασικής» και «πολυτελούς» ανάγκης ή επιθυμίας, αφού σε τελική ανάλυση ό,τι θέλουμε θα βουτάμε γιατί όλα δικά μας είναι. Δεν είμαστε άπληστοι και δεν ζητάμε πολλά. Τα θέλουμε όλα! Άμα ψάχνει κανείς για απληστία θα την βρει στον φραγκάτο μαλάκα που λέει «τα έχω δουλέψει αυτά τα λεφτά» (μετάφραση: «έχουν δουλέψει άλλοι για μένα για να έχω αυτά τα λεφτά»). Οπότε, βουτήξτε σαν να μην υπάρχει αύριο! Από τα σούπερ-μάρκετ, από το γραφείο, από το εργοστάσιο, απ’ οπουδήποτε, δίχως ενοχές και δίχως όρια. Αφού δεν μας φτάνουν τα φράγκα που μας δίνουν για να ζήσουμε όπως εμείς γουστάρουμε, τότε δεν θα αφήσουμε ράφι για ράφι!

Όσο συλλογικοποιείται αυτή η πρακτική, σταματάει να μένει πράξη ατομικής επιβίωσης. Το προλεταριάτο ριζοσπαστικοποιείται, υιοθετεί επιθετικά χαρακτηριστικά και αποκτά μια απειλητικότερη στάση απέναντι στη σχέση εκμετάλλευσής του, αναδεικνύοντας έτσι το ζήτημα της άρνησης μιας κοινωνίας όπου οι σχέσεις των ανθρώπων διαμεσολαβούνται από το εμπόρευμα και το χρήμα και η ικανοποίηση των επιθυμιών και των απολαύσεων εμποδίζονται από την ιδιοκτησία και την ανταλλαγή.

Νοιώσατε ποτέ, όπως κι εμείς, ότι ο συνδυασμός περιστασιακών σκατοδουλειών με τη δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που προσφέρει το σύστημα στους άπορους, τη δωρεάν μετακίνηση στους ανέργους, το ΚΕΑ, τα κοινωνικά τιμολόγια, την επιδότηση ενοικίου και την επιδότηση από τους γονείς είναι μια απλή διαχείριση της μιζέριας και της εξάρτησης από τους άλλους;

Αν ναι, καταλαβαίνετε ότι δεν μας κάνουν χάρη όταν μας δίνουν τα επιδοματικά ψίχουλα, αλλά αποσκοπούν στο να παραμείνουμε ικανοί για εργασία. Ποιοί θα τροφοδοτήσουν στο μέλλον την μηχανή της (καπιταλιστικής, φυσικά) ανάπτυξης αν όχι εμείς, ο σημερινός «σχετικός υπερπληθυσμός»;

Οι κοινωνικές παροχές, βέβαια, ωφελούν τα αφεντικά και σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφού καθιστούν δυνατή τη συνθήκη της επισφαλούς εργασίας. Έτσι μπορεί η εργατική τάξη να προσαρμόζεται στις «ανάγκες της αγοράς» και την εκάστοτε «οικονομική συγκυρία», δηλαδή να δουλεύει ένα τρίμηνο το χρόνο και να κάθεται στο μίζερο πάγκο της ανεργίας τον υπόλοιπο καιρό, ζώντας από τα επιδόματα και με μεροκάματα από δω κι από κει. Αν τώρα η επισφαλής εργασία είναι και «μαύρη», τόσο το καλύτερο για τους εργοδότες, αφού εκτός από τα ένσημα, οι τελευταίοι γλυτώνουν από την τήρηση εργασιακών δικαιωμάτων και από άλλα τέτοια «κουραφέξαλα» (κάτι που βέβαια τείνει να γενικευτεί και για κάθε μορφής επισφαλούς εργασία).

Η επισφαλής εργασία συνδυασμένη με επιδόματα τύπου ΚΕΑ είναι μια συνθήκη στην οποία καταφεύγουμε πολλοί και πολλές από μας για να τη βγάλουμε. Έτσι καταφέρνουμε, συχνά-πυκνά, να ικανοποιούμε τις στοιχειώδεις μας ανάγκες. Όμως, έχουμε κι άλλες! Δεν σκοπεύουμε να ζούμε με τα ελάχιστα δυνατά, για να είμαστε εργασιακή δύναμη που αναμένει την εκμετάλλευσή της από το επόμενο αφεντικό. Ούτε ψηνόμαστε να είμαστε εξαρτημένοι από τους γονείς μας μια ζωή, πόσο μάλλον να μην μπορούμε να φύγουμε από το σπίτι, το σπίτι μιας οικογένειας που δεν επιλέξαμε, που μας φορτώνει τα άγχη της και μας κριτικάρει με το βλέμμα ή τα λόγια. Δεν γουστάρουμε να ζούμε με 3 συγκατοίκους σε ένα μικρό διαμέρισμα, να μην μπορούμε να πιούμε μια μπύρα παραπάνω, να μετράμε ευρώ το ευρώ τα ψώνια μας στο σούπερ μάρκετ (σε περίπτωση που δεν μας παίρνει να βουτήξουμε καμιά σάλτσα πέστο), να τρέμουμε μην χαλάσει το ψυγείο επειδή δεν έχουμε για να το επισκευάσουμε, να μην πηγαίνουμε διακοπές –παρά μόνο για να δουλέψουμε ταυτόχρονα σεζόν–, να μην μπορούμε να φάμε ό,τι χρειάζεται ο οργανισμός μας, και τέλος πάντων, να μην έχουμε το μερίδιό μας στον κοινωνικό πλούτο που εμείς παράγουμε!

Νιώθετε, όπως κι εμείς, ίση περιφρόνηση γι’ αυτούς που κάνουν πολιτική και γι’ αυτούς που δεν κάνουν αλλά αφήνουν τους άλλους να την κάνουν για λογαριασμό τους;

Σ’ αυτήν την περίπτωση καταλάβατε, όπως κι εμείς, ότι μία από τις βασικές λειτουργίες του καπιταλιστικού κράτους είναι η εναλλαγή κυβερνήσεων και η οργάνωση του θεάματος των πολιτικών συγκρούσεων, ώστε να συμφιλιωθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι ταξικές αντιθέσεις και να συσκοτιστεί επαρκώς η αλλοτριωτική ουσία της καπιταλιστικής σχέσης·

ότι η διαχείριση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, που διαρκώς μας παγιδεύει στο μαγγανοπήγαδο της αναγκαστικής –ασφαλισμένης, ανασφάλιστης ή υποδηλωμένης, αλλά πάντοτε αλλοτριωμένης– εργασίας μπορεί να εξασφαλιστεί εξίσου αποτελεσματικά είτε από το αριστερό, είτε από το δεξιό πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου·

ότι χρόνια τώρα οι καπιταλιστές μεθοδικά προσπαθούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να διαιρέσουν το προλεταριάτο, να το παθητικοποιήσουν, να το ξεδοντιάσουν και να το στριμώξουν στη γωνία: τώρα απεργάζονται να αυξήσουν ελαφρά τον κατώτατο μισθό και ταυτόχρονα να μειώσουν το αφορολόγητο όριο, μειώνοντας έτσι τον «αυξημένο» μισθό·  καμώνονται δε πως περνάνε νόμους ενάντια στην αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, για να προστατεύσουν δήθεν τα συμφέροντα μας, στην πραγματικότητα όμως μπας και σώσουν ό,τι απόμεινε από τη λεηλασία του ασφαλιστικού συστήματος·

ότι στον αντεστραμμένο κόσμο της αξιακής αντικειμενικότητας –δηλαδή στον κόσμο που αντί να δραστηριοποιούμαστε για να αυτοκαθορίζουμε και να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας, κυριαρχεί ως αυτοσκοπός η παραγωγή εμπορευμάτων με εμάς να συμμορφωνόμαστε παθητικά στους δικούς της κανόνες σαν απλά εξαρτήματά της– η μόνη ελευθερία που εξασφαλίζει το σύστημα είναι η ελευθερία εκλογής του αφεντικού που θα αναλάβει να γδάρει το τομάρι μας και η ελευθερία εκλογής του καθάρματος (πολιτικού, συνδικαλιστή κλπ) που θα αναλάβει να διαπραγματευτεί την αξία του τομαριού μας στην αγορά μισθωτής εκμετάλλευσης·

ότι το προλεταριάτο δεν αποτελεί μία κοινωνιολογική ταμπέλα, αλλά ορίζεται στη συνειδητή, αυτοοργανωμένη δραστηριότητά του, βάσει τοπικών διακλαδικών συνελεύσεων που θα σπάνε τους (επαγγελματικούς, έμφυλους, φυλετικούς ή άλλους) διαχωρισμούς στο εσωτερικό του, θα ξεκινάνε τη μάχη από τον αγώνα ενάντια στην ανασφάλιστη/υποδηλωμένη εργασία και θα φτάνουν στην άρνηση της αλλοτριωμένης εργασίας, στην έμπρακτη κριτική της σχέσης-κεφάλαιο και των μορφών διαμεσολάβησης που πηγάζουν από αυτήν.

Συνέλευση Εργαζοµένων-Ανέργων από την Πλατεία Συντάγµατος  (με τη φιλική συνδρομή του Ratgeb)

http://synelefsi-syntagmatos.espivblogs.net/

Ιούνιος 2018

Η προκήρυξη σε μορφή pdf

 

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ

ΝΕΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΑΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

με εισηγήσεις από τη Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος και το Kurbet: Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ

Σάββατο, 26 Μαΐου, 19.00

 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΠΡΟΒΟΛΗ

ΤΟΥ ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ “SI SE PUEDE”

Είναι το ζήτημα της στέγασης αγώνας για τα δικαιώματα του πολίτη ή αγώνας για τον μισθό;

Οι αντιφάσεις του κινήματος ενάντια στις εξώσεις πρώτης κατοικίας στην Ισπανία μας αφορούν κι εμάς εδώ σήμερα.

Τετάρτη, 23/5, 19.00

ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟ ΚΥΛΙΚΕΙΟ ΝΟΜΙΚΗΣ /ΑΚΝ

 

Προκήρυξη της Συνέλευσης Εργαζομένων-Ανέργων από την Πλατεία Συντάγματος ενάντια στους πλειστηριασμούς

Τα χέρια του τραπεζίτη και οι ανάγκες του προλεταριάτου

«Η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι θα προστατεύσει την πρώτη κατοικία για τις λαϊκές τάξεις»

Δ. Τζανακόπουλος, 30-11-2017

Την ίδια ώρα που οι πατριώτες κάθε πολιτικής απόχρωσης σηκώνουν ελληνικές σημαίες δηλώνοντας αποφασισμένοι να υπερασπιστούν το «όνομά τους», την «ψυχή τους» και το «Αιγαίο τους», ανακαλύπτουν –προς μεγάλη δυσαρέσκειά τους– ότι οι διπλανοί τους στα μακεδονικά συλλαλητήρια μπορεί εξίσου άνετα να ανήκουν στον ελληνικό τραπεζικό και νομικό μηχανισμό που θα τους πάρει τα σπίτια τους – τα οποία, προς το παρόν, δεν έχουν δείξει την ίδια ζέση να υπερασπιστούν! Και όσον αφορά τα σπίτια των μεσοαστών μπορεί να μην μας καίγεται καρφί, αλλά εδώ έχουν μπει στο στόχαστρο τα σπίτια της εργατικής τάξης που αποκτήθηκαν μετά από δεκαετίες καθημερινού εξευτελισμού και εκμετάλλευσης. Οπότε το θέμα είναι σοβαρό. Τώρα αν ο αγώνας ενάντια στους πλειστηριασμούς θα γίνει κι αυτός κάτω από τη σημαία της… εθνικής ενότητας ή με ταξική συνείδηση, αυτό είναι ένα στοίχημα που περνάει ΚΑΙ μέσα από την τοποθέτηση του κοινωνικού ζητήματος στις σωστές ταξικές του διαστάσεις.

Στο μεταξύ, τα πολιτικά τσιράκια του κεφαλαίου, δηλαδή στην τρέχουσα φάση η αριστερά που εισπράττει φιλοφρονήσεις ως η κυβέρνηση που υλοποίησε την «πιο ομαλή και ταχεία ολοκλήρωση αξιολόγησης μέχρι σήμερα» με αντάλλαγμα τη δόση, ύψους 5,7 δισ. ευρώ, «έδωσαν» περίπου 900.000 «κόκκινους» δανειολήπτες (485.000 από το στεγαστικό και 400.000 από το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο) στα χέρια… τραπεζίτη. 10.000 είναι οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί που σχεδιάζονται για το 2018, με έναρξη τον Μάρτιο και 40.000 ετησίως για τα επόμενα τρία χρόνια, στο σύνολο μιλάμε για 130.000 πλειστηριασμούς.

Από τη στιγμή που το κράτος επέλεξε να μετατρέψει τους μισθούς και τις συντάξεις μας σε χαρτζιλίκι, για να διασώσει το τραπεζικό κεφάλαιο, επόμενο ήταν οι τραπεζίτες να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην είσπραξη των δανείων που μας παρακαλούσαν να πάρουμε τη δεκαετία του ’90. Σήμερα, καθώς βρίσκονται σε αδιέξοδο, σε αγαστή συνεργασία με την ΕΚΤ και την αριστερά του κεφαλαίου, μας απειλούν ότι θα μας πετάξουν έξω από τα σπίτια μας, λες και μας έκαναν χάρη που μας δανειοδότησαν. Είναι όμως πραγματικά το δικό τους χρήμα που γενναιόδωρα και με αυταπάρνηση έστερξαν να μας δανείσουν οι τράπεζες;

Περί της λειτουργίας του τραπεζικού κεφαλαίου, του δανεισμού και των τόκων

«Η υπεραξία χαμογελάει του κεφαλαιοκράτη με όλες τις χάρες μιας δημιουργίας εκ του μηδενός»

Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο

Το τοκοφόρο κεφάλαιο αποτελεί την αποκορύφωση του φετιχισμού, αφού η ουσία της εκμετάλλευσης της εργασίας έχει χαθεί τελείως όταν φτάνουμε στη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Η μεγάλη απάτη της τραπεζικής πίστωσης βασίζεται στην ιδεολογία που προωθεί: ότι η εργατική τάξη «δανείζεται» το χρήμα των τραπεζών. Στην πραγματικότητα το πιστωτικό χρήμα των τραπεζών, ως μορφή της υπεραξίας, είναι προϊόν της δικιάς μας εργασίας, αφηρημένος πλούτος που δημιουργείται στη σφαίρα της παραγωγής από ολόκληρη την εργατική τάξη. Οι τράπεζες τροφοδοτούνται με χρήμα από τους τόκους των δανείων που δίνουν στα αφεντικά για να επενδύουν στις επιχειρήσεις τους και στους εργάτες για να καταναλώνουν, καθώς ο μισθός των τελευταίων δεν είναι ποτέ αρκετός για να ικανοποιήσουν τις βασικές ανάγκες τους. Και πώς αποπληρώνουν τα αφεντικά τα δάνειά τους; Μα φυσικά με ένα μερίδιο από τα κέρδη τους, τα οποία στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από υπεραξία δημιουργημένη από την εκμετάλλευση της συνολικής κοινωνικής εργασίας στη σφαίρα της παραγωγής, υπερπροϊόν σε χρηματική μορφή που χαρίζουμε στα αφεντικά μας, αφού ο μισθός που παίρνουμε δεν αντιστοιχεί στο συνολικό αξιακό προϊόν που έχουμε παραγάγει. Αντίθετα, ο κεφαλαιοκράτης καρπώνεται αξία που προκύπτει από τον απλήρωτο χρόνο εργασίας και την υποτίμηση της εργασιακής μας δύναμης. Όταν ο εργάτης, λοιπόν, «δανείζεται» χρήμα από την τράπεζα, ουσιαστικά παίρνει πίσω ένα κομμάτι της κοινωνικής υπεραξίας που έχει παραγάγει η τάξη μας στο σύνολό της. Βέβαια, μετά καλείται να το επιστρέψει εξ ολοκλήρου και να πληρώσει και επιπλέον φράγκα για τον τόκο. Όχι μόνο, δηλαδή, το χρήμα των τραπεζών που «δανειζόμαστε» είναι αποκρυστάλλωση του χρόνου υπερεργασίας, δηλαδή προϊόν εκμετάλλευσης που δεν κοστίζει τίποτα στους τραπεζίτες, γιατί κοστίζει στους εργάτες απλήρωτη εργασία, αλλά δεχόμαστε και εκμετάλλευση σε δεύτερο γύρο, εφόσον μας αναγκάζουν να το επιστρέψουμε επαυξημένο κιόλας! Εκμετάλλευση επί δύο, μαλάκες στο τετράγωνο!

Οι καπιταλιστές με τον δανεισμό της εργατικής τάξης επιδιώκουν την πραγματοποίηση της ήδη παραχθείσας υπεραξίας αλλά και την άντληση μελλοντικής υπεραξίας, πράγμα που με απλά λόγια σημαίνει ότι οι προλετάριοι δεσμεύονται και για τη μελλοντική τους εκμετάλλευση. Το ότι σήμερα οι τράπεζες και το Δημόσιο ζητούν την αποπληρωμή των τόκων, των δανείων και των οφειλών ή αλλιώς θα μας πάρουν τα σπίτια αποτελεί έναν από τους εκβιασμούς της αστικής τάξης και μια από τις πολλές μορφές εκμετάλλευσής μας.

Οι απαρχές του δανεισμού της εργατικής τάξης ή ένας υπέροχος κόσμος καπιταλιστικού δανεισμού

«Εκεί που μας χρώσταγαν μας πήραν και το βόδι»

λαϊκή παροιμία

Στη Δύση, από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι μονεταριστικές αντιπληθωριστικές πολιτικές που έβαλαν στο στόχαστρο τις κρατικές κοινωνικές δαπάνες, τον άμεσο και έμμεσο μισθό, αύξησαν την ανεργία και φρέναραν τις εργατικές απαιτήσεις –όλα αυτά δηλαδή που σε γενικές γραμμές εννοούνται με τον όρο «νεοφιλελευθερισμός»– χαλάρωσαν με την εισαγωγή του «ιδιωτικοποιημένου κεϋνσιανισμού» που επέκτεινε μαζικά την καταναλωτική πίστη. Πράγματι, η διευκόλυνση της χορήγησης πιστώσεων με τη σταδιακή μείωση των επιτοκίων μετά το 1983 οδήγησε στην εκτίναξη κάθε μορφής ιδιωτικού χρέους – καταναλωτικών, στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων. Η κερδοφορία του κεφαλαίου συνδέθηκε, ολοένα και πιο στενά, με την τόνωση της καταναλωτικής δύναμης της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα η μαζική επέκταση της πίστωσης, σε μια περίοδο που, ας μην το ξεχνάμε, εντάθηκε η επίθεση στους πραγματικούς μισθούς, χρησιμοποιήθηκε για τη διαίρεση και πειθάρχηση των προλετάριων, μέσω της πρόσδεσής τους στο άρμα της μόλα ταύτα εφήμερης οικονομικής άνθισης. Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, με όπλο την πίστωση, εντείνονται οι διαχωρισμοί εντός της τάξης: από τη μια μεριά το καλύτερα εκπαιδευμένο, ειδικευμένο και παραγωγικό κομμάτι της εργατικής τάξης που «αποδίδει» με αντίτιμο τη μερική ικανοποίηση των αναγκών του· ικανοποίηση που του προσφέρει η εύκολη πρόσβαση στο πλαστικό χρήμα. Από την άλλη, τα ασθενέστερα κομμάτια της εργατικής τάξης, οι «μαύροι», οι προσωρινοί, οι άνεργοι που οδηγούνται στην περιθωριοποίηση και τη φτώχεια εξαιρούμενοι από την πρόσβαση στον δανεισμό, αποκλεισμός που λειτούργησε και σα φόβητρο για όσους είχαν την «τύχη» να γίνονται κοινωνοί στην «ευμάρεια» που υπόσχονταν τα δάνεια.

Στην Ελλάδα η εφαρμογή αυτής της νεο«κεϋνσιανής» πολιτικής συνδέεται με την ένταξή της στην ΕΕ αρχικά και στην ΟΝΕ στη συνέχεια. Το ευρωπαϊκό αναπτυξιακό καπιταλιστικό μοντέλο ευνόησε τη μεταφορά υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων από το «κέντρο» προς την «περιφέρεια» της Ευρωζώνης, όπου χάρη στα χαμηλότερα πραγματικά επιτόκια δανεισμού των χωρών του «νότου», λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού, τα κεφάλαια απέδιδαν περισσότερα κέρδη. Οι άνισες σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η απουσία εξισορροπητικών οικονομικών μηχανισμών στην αρχιτεκτονική της, αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία τα πλεονάσματα του βορρά έγιναν κρατικά ελλείμματα και ιδιωτικά δάνεια για μεμονωμένους καπιταλιστές και εργάτες στην Ελλάδα, αλλά και αλλού. Πάνω σε αυτή τη βάση, μεταξύ άλλων, το σύστημα μπόρεσε να δημιουργήσει νέους και εξαρτημένους από τα δάνεια και τα κρατικά πελατειακά δίκτυα μικρομεσαίους επιχειρηματίες, καθώς και να διατηρήσει το εισοδηματικό και καταναλωτικό χάσμα ανάμεσα στην «εξασφαλισμένη» εργατική τάξη από τη μια και τους «μαύρους» και προσωρινούς προλετάριους από την άλλη. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες νομιμοποιήθηκε το συγκεκριμένο μοντέλο συσσώρευσης και εξασφαλίστηκε η κερδοφορία του κεφαλαίου τη δεκαετία του ’90 και την επόμενη δεκαετία, λίγο πριν το ξέσπασμα της πρόσφατης κρίσης.

Όταν, μετά το 2000, η κερδοσκοπία στη διεθνή αγορά παραγώγων που ήταν συνδεδεμένα με τα καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια οδήγησε στην πλήρη χαλάρωση των κανόνων και των κριτηρίων για τη χορήγηση της πίστωσης, η έκρηξη της κρίσης το 2007 είχε αλυσιδωτές αντιδράσεις στον παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό τομέα. Στην Ελλάδα, όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε, πήρε τη μορφή της «κρίσης δημόσιου χρέους» και εγκαινίασε μια βίαιη αναδιάρθρωση των καπιταλιστικών σχέσεων και μια πρωτοφανή επιχείρηση υποτίμησης του προλεταριάτου. Κομμάτι αυτής της επιχείρησης είναι και η διαχείριση των προλεταριακών δανείων με όρους λεηλασίας.

Η επίθεση της αριστεράς του κεφαλαίου  στην προλεταριακή στέγη

«Η ελληνική κυβέρνηση έχει φέρει πολλά μέτρα που έπρεπε να έχουν φέρει προηγούμενες κυβερνήσεις για να προστατευθούν οι τράπεζες από τα κόκκινα δάνεια»

Ευ. Τσακαλώτος, 30-11-2017

Παρά τις διαβεβαιώσεις των Τσακαλώτου, Τζανακόπουλου και του ίδιου του πρωθυπουργού ότι «με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο, προστατεύεται πλήρως η πρώτη κατοικία των υπερχρεωμένων λαϊκών νοικοκυριών» η ομάδα χρηματοπιστωτικού της Αντιπροεδρίας της Κυβέρνησης, υπό τον Γιάννη Δραγασάκη, έκανε ξεκάθαρο ότι η οριζόντια προστασία πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς έληξε τον Δεκέμβριο του 2014, φροντίζοντας να επιρρίψει τις ευθύνες στην προηγούμενη κυβέρνηση που δεν μερίμνησε να την ανανεώσει, «γεγονός που έγινε δεκτό από τους Θεσμούς ως σιωπηρή συγκατάθεση της τότε κυβέρνησης να αρθεί η προστασία». Εκείνο που «ξεχνάνε», βέβαια, να μας πουν είναι ότι η αριστερά του κεφαλαίου άρχισε ήδη με το 3ο μνημόνιο (Ν.4336/14-8-2015) το ξήλωμα της όποιας «προστασίας» της πρώτης κατοικίας προέβλεπε ο νόμος Κατσέλη (Ν.3869/2010) και συνέχισε να εισάγει όλο και δυσμενέστερους όρους με μια σειρά νομοθετήματα (Ν.4346/2015, 4354/2015, 4389/2016 κ.α.). Η μεγάλη επιτυχία των συριζαίων, ο νόμος Σταθάκη –που βαφτίζει το κρέας ψάρι– και οι τροποποιήσεις του, ορίζει ότι θα πρέπει οι δανειολήπτες να τηρούν τα απαραίτητα στάνταρντ φτώχειας και εξαθλίωσης, αφού αυτό μόνο ταιριάζει σε «μπαταχτσήδες» οφειλέτες τραπεζών και Δημοσίου, προκειμένου να ενταχθούν σε καθεστώς δικαστικής «προστασίας». Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που είναι αναρτημένες από την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, μπορεί κάποιος να ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη-Σταθάκη

  • εφόσον η αντικειμενική αξία της κύριας  κατοικίας του δεν ξεπερνά τις 180.000 ευρώ (άγαμος) – (ποσό που προσαυξάνεται ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη),
  • εφόσον  ξοδεύει τόσα για να ζήσει όσα θεωρούν ότι αξίζουν σε έναν χρεοκόπο τράπεζες και δικαστές, πράγμα που ορίζουν στις «Εύλογες Δαπάνες Διαβίωσης» (επαυξημένες κατά 70%, δηλ. 13.906 ευρώ μεικτά ετήσιο εισόδημα για άγαμο),
  • εφόσον συμφωνήσει με την απαλλοτρίωση οποιασδήποτε άλλης «ρευστοποιήσιμης περιουσίας» του, όπως, για παράδειγμα, μιας δεύτερης κατοικίας ή ενός μικρού κομματιού γης, προκειμένου να σώσει την πρώτη κατοικία του,
  • εφόσον το Ειρηνοδικείο στο οποίο καταφεύγει πειστεί για το πόσο φτωχοδιάβολος είναι (πράγμα που δεν συμβαίνει για μια μεγάλη μερίδα όσων καταφεύγουν σε αυτά),
  • εφόσον είναι «συνεργάσιμος δανειολήπτης» σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών, δηλαδή φροντίζει να αυτοφακελώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταθέτοντας αναλυτικό φάκελο στις τράπεζες με τις αποδοχές του και τα έξοδα διαβίωσής του,
  • εφόσον, εν τέλει, φροντίζει να είναι απίκο στην πληρωμή των δόσεων που συνολικά θα ξεπερνούν την εμπορική αξία του ακινήτου σε πιθανό πλειστηριασμό και που του ορίζει το Ειρηνοδικείο, άσχετα αν τα αφεντικά πληρώνουν τον ίδιο αν και όποτε το θυμούνται, ενώ το κράτος ρίχνει συνεχώς τους μισθούς, τις συντάξεις και το αφορολόγητο.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν είναι δύσκολο η πλειοψηφία των προλετάριων να βαφτίζονται σύμφωνα με το συριζαίικο newspeak «στρατηγικοί κακοπληρωτές» και «μη συνεργάσιμοι δανειολήπτες», ενώ, από την άλλη, οι πλειστηριασμοί των  σπιτιών της εργατικής τάξης και το ξεπούλημα  των δανείων σε funds να συνιστούν κατά Τσακαλώτο «κοινωνικά ωφέλιμες πρακτικές».

Η κυβέρνηση της «πρώτη φορά αριστεράς» φρόντισε να συμπληρώσει το νομικό πλαίσιο για την παράδοση των σπιτιών της εργατικής τάξης στις τράπεζες με τη θέσπιση πρωτογενούς νομοθεσίας για ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς τον περασμένο Μάιο (ΦΕΚ 1884/30-5-2017) και τον Νοέμβριο του 2017 – λες και δεν έφταναν τα 45,4 δισ. ευρώ με τα οποία εργαζόμενοι και συνταξιούχοι χρηματοδοτήσαμε μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016, μέσω της υπερφορολόγησής μας, το τραπεζικό σύστημα και από τα οποία ροκάνισαν τουλάχιστον 36 δις «λόγω κακοδιαχείρισης και έλλειψης ελέγχου των ιδιωτικών τους διοικήσεων», όπως η πρόσφατη Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέγραψε. Στις 22-12-2017 ο αυταρχισμός των συριζαίων, ενόψει του σκηνικού μαζικών πλειστηριασμών που σχεδιάζονται, κλιμακώθηκε με την ψήφιση του ιδιωνύμου Κοντονή για την αυτεπάγγελτη δίωξη των διαδηλωτών που εμποδίζουν τη διενέργεια πλειστηριασμών, εξασφαλίζοντας μπατσική προστασία στους τραπεζίτες, ενώ στις 15 Γενάρη 2018 στο πλαίσιο της ψήφισης του πολυνομοσχεδίου για την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης η βουλή ενέκρινε τον Ν. 4512/2018, σύμφωνα με τον οποίο όλες οι δημοπρασίες θα γίνονται πλέον αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας από τις 21 Φεβρουαρίου 2018 (άρθρα 207-209), πολλαπλασιάζοντας τις ημέρες διεξαγωγής τους και ορίζοντας δύο βάρδιες, ώστε να ξεπουληθούν όσο γίνεται περισσότερα σπίτια. Στο ίδιο πολυνομοσχέδιο για τα προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης ενσωματώθηκε διάταξη που ορίζει ότι από 1η Μάη η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) θα ξεκινήσει –από μόλις 500 ευρώ οφειλή– ηλεκτρονικές κατασχέσεις και πλειστηριασμούς για χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, από τους οποίους σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) δεν εξαιρείται η πρώτη κατοικία.

Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η κοροϊδία του Κοντονή και άλλων κυβερνητικών στελεχών για δήθεν συμφωνία με τις τράπεζες ότι δεν θα εκπλειστηριάσουν καμιά πρώτη κατοικία ή σπίτια αξίας κάτω των 300.000, ενώ η αλήθεια είναι ότι η μοναδική συμφωνία που έχει κάνει η αριστερά του κεφαλαίου με τους τραπεζίτες είναι να εφαρμόσει χωρίς καθυστέρηση τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, οπότε και το όριο «προστασίας» της πρώτης κατοικίας θα παύσει να ισχύει στην πράξη. Είναι εξάλλου γνωστό ότι η «προστασία» όσων εντάχθηκαν στο Ν. Σταθάκη έληξε το 2017 και ότι για αυτούς του Ν. Κατσέλη θα λήξει στις 31/12/2018, όπως επίσης ότι ήδη από το καλοκαίρι σχεδιάζεται στο πλαίσιο της τέταρτης αξιολόγησης η περαιτέρω αυστηροποίηση των κριτηρίων ένταξης στον τελευταίο, ώστε να μείνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι προλετάριοι εκτεθειμένοι στην κερδοσκοπία του τραπεζικού κεφαλαίου. Παράλληλα, από το 2018 απελευθερώνεται εντελώς και η πώληση των ενυπόθηκων δανείων σε funds –στα οποία συμμετέχουν και οι ελληνικές τράπεζες–, αφού ο τροποποιημένος Ν. Σταθάκη προστάτευε μέχρι την 31η-12-2017 ενήμερα και μη εξυπηρετούμενα δάνεια που συνδέονται με πρώτη κατοικία αντικειμενικής αξίας έως 140.000 ευρώ.

Κανένας μόνος του στην κρίση (ή όταν οι καπιταλιστές βοηθάνε ο ένας τον άλλο)

Τί γίνεται όμως με την επιχειρούμενη μείωση των «κόκκινων» δανείων, που έχει αναγορευθεί σε κεντρική στρατηγική της εγχώριας καπιταλιστικής τάξης και του πολιτικού προσωπικού της; Και πώς αυτή συνδέεται με την χιονοστιβάδα –ηλεκτρονικών πλέον– πλειστηριασμών που προγραμματίζονται για τα επόμενα χρόνια; Η απάντηση βρίσκεται στα επερχόμενα stress-tests που θα κρίνουν την κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών (το κατά πόσο δηλαδή θα απαιτηθεί από τους μετόχους να βάλουν εκ νέου το χέρι στην τσέπη), καθώς και στη συνεχιζόμενη προσπάθεια απεξάρτησής τους από τον ELA, ώστε να δανείζονται απευθείας, με χαμηλότερο για τις ίδιες κόστος, από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Καταρχήν, όταν μιλάμε για ιδιωτικό τραπεζικό δανεισμό, αναφερόμαστε κατά βάση σε δάνεια προς τις επιχειρήσεις, καθώς αυτά ανέρχονται σε 135,6 δισ. ευρώ ή στο 60,2% της συνολικής χρηματοδότησης των εγχώριων τραπεζών (στοιχεία Σεπτεμβρίου 2017). Τα δε δάνεια προς τα νοικοκυριά αποτελούσαν το 39,8% της συνολικής χρηματοδότησης, εκ των οποίων το 71% αφορούν στεγαστικά δάνεια (64,1 δισ. ευρώ).

Από τα 224,5 δισ. ευρώ που έχουν δανείσει οι ελληνικές τράπεζες, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΜΕΑ), στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τα πάσης φύσεως δάνεια που οι τραπεζίτες θεωρούν «αβέβαιης είσπραξης», παραμένουν σταθερά στο υψηλό επίπεδο των 100,1 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 44,6% του συνόλου (Σεπτέμβριος 2017), έναντι 44,8% εννέα μήνες πριν. Το ποσό αυτό κυρίως σχετίζεται με τα ΜΕΑ της κατηγορίας των μεγάλων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων (40,4 δισ. ευρώ), των πολύ μικρών επιχειρήσεων (16 δισ. ευρώ) και των στεγαστικών δανείων (27,8 δισ. ευρώ). Τα τελευταία, μάλιστα, αποτελούν και την μοναδική κατηγορία ΜΕΑ που κατά το πρώτο εννιάμηνο του 2017 παρουσίασαν, έστω και οριακή, αύξηση (1%), όταν τα επιχειρηματικά ΜΕΑ μειώθηκαν κατά 8,3% και το σύνολο των ΜΕΑ κατά 5,5%.

Το παραπάνω γεγονός δεν οφείλεται βέβαια στην οικονομική ανάκαμψη των επιχειρήσεων. Οφείλεται στις μαζικές διαγραφές, κυρίως επιχειρηματικών, δανείων ονομαστικής αξίας 8,2 δισ. ευρώ κατά την περίοδο 1/2016-9/2017. Μάλιστα, την επόμενη διετία 2018-19, εν όψει του μεγάλου στόχου για την μείωση των ΜΕΑ κατά περίπου 41 δισ. ευρώ, οι συνολικές διαγραφές σχεδιάζεται να ανέλθουν σε 10,6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων η μερίδα του λέοντος θα αφορά και πάλι επιχειρηματικά δάνεια (55% ή 5,9 δισ. ευρώ). Η διαγραφή των τραπεζικών δανειακών οφειλών, ύστερα από σχετική νομοθετική παρέμβαση, δεν επιβαρύνει φορολογικά τον οφελούμενο καπιταλιστή (Ν.4389/2016). Και χαρισμένα και αφορολόγητα, με λίγα λόγια. Οι καπιταλιστές ξέρουν να βοηθούν ο ένας τον άλλο!

Οι διαγραφές αυτές, στο βαθμό που επιταχύνουν τις διαδικασίες συγκεντροποίησης κεφαλαίου σε μια σειρά κλάδων, είναι χρήσιμες για την καπιταλιστική συσσώρευση. Δεν παύουν όμως να δημιουργούν ζημίες στις τράπεζες, τις οποίες αυτές θα προσπαθήσουν να περιορίσουν μέσω: α) της πώλησης μη εξυπηρετούμενων δανείων, συνολικού ύψους 11,6 δισ. ευρώ, σε ξένα funds και β) της επιτάχυνσης των ανακτήσεων ενεχύρων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με την παράλληλη διαφύλαξη της αξίας των ενεχύρων αυτών. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος, αυτό της αύξησης των τραπεζικών εσόδων, ο ρόλος των επερχόμενων 130.000 πλειστηριασμών, όσον αφορά τον άμεσο εκβιασμό των δανειοληπτών, είναι προφανής, ώστε αυτοί να προσέλθουν με ρευστό και να προχωρήσουν σε νέες ρυθμίσεις στεγαστικών δανείων που σήμερα δεν εξυπηρετούνται. Σε αντίθετη περίπτωση, οι τράπεζες θα προχωρήσουν στη ρευστοποίηση του ακινήτου μέσω των πλειστηριασμών, ενώ εάν δεν βρεθεί αγοραστής –όπως είναι και το πιο πιθανό στις τωρινές συνθήκες– θα το αγοράσουν οι ίδιες, μετατρέποντας έτσι τις εμπράγματες εξασφαλίσεις τους σε περιουσιακά στοιχεία, με τα οποία θα ενισχύσουν τους ισολογισμούς τους, εν όψει και των επερχόμενων stress tests. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα προστατευθούν οι τιμές των ακινήτων από μια νέα βίαιη πτώση, πέραν της υφιστάμενης (-44% σε σχέση με το 2008), και άρα η αξία των υπόλοιπων εμπράγματων εξασφαλίσεων των τραπεζών, ενώ δίνεται σε δεύτερο χρόνο η δυνατότητα στις τράπεζες να προχωρήσουν σε πωλήσεις ακινήτων, σε τιμές κοντά στις τιμές που τα απόκτησαν. Ήδη, οι εγχώριες τράπεζες καταστρώνουν νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για να είναι έτοιμες, όταν έρθει η ώρα, να τα επαναδιαθέσουν στην αγορά.

Οι προλεταριακές ανάγκες μπροστά

Τι να κάνουμε; Κατ’ αρχάς δε μασάμε με το τετριμμένο ότι καταναλώναμε περισσότερα απ’ όσα παράγαμε. Το αντίθετο! Η εργατική τάξη παράγει περισσότερα απ’ όσα καταναλώνει. Γι’ αυτό και επειδή το παιχνίδι της ενοχοποίησης της ικανοποίησης των προλεταριακών αναγκών συνεχίζεται με χιλιοειπωμένα ιδεολογήματα, ας στραφούμε στα βασικά. Αυτά που αποτελούν τη δύναμή μας: την αλληλεγγύη και τον μισθό. Τα σπίτια της εργατικής τάξης αποτελούν μέρος του μισθού και η αντίσταση στους πλειστηριασμούς αποτελεί για εμάς την άλλη πλευρά των διεκδικήσεων για αυτόν. Αγοράστηκαν με υπεραξία που εμείς οι ίδιοι έχουμε παραγάγει και οι κεφαλαιοκράτες ιδιοποιήθηκαν. Η ικανοποίηση των δικών μας αναγκών, όλων των μισθωτών που, αφού μας έχουν στερήσει τον μισθό, άμεσο και έμμεσο, αφού μας υπερφορολόγησαν και μας πέταξαν στην ανεργία, έρχονται τώρα να μας στερήσουν και τη στέγη, πρέπει να είναι η βάση πάνω στην οποία θα χτίσουμε τις πρακτικές της αντίστασής μας. Ας ξεκαθαρίσουμε ξανά ότι ούτε τα σπίτια των μεσαίων μας ενδιαφέρουν, ούτε μας καλύπτουν τα γενικόλογα λαϊκίστικα συνθήματα για «τα σπίτια του λαού» που κυριάρχησαν μέχρι στιγμής από πολύ συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις με ξεκάθαρες πολιτικές βλέψεις – να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη. Στον αντίποδα, προσβλέπουμε στην ενδυνάμωση και τη γενίκευση που μπορεί να αποκτήσει η κίνηση παρεμπόδισης της αρπαγής των σπιτιών μας με όρους όμως ταξικούς. Κρατάμε, πάντως, μικρό καλάθι από τη στιγμή που βλέπουμε ότι γύρω από το θέμα των πλειστηριασμών η πολιτική σπέκουλα είναι η καθοδηγητική γραμμή.Το ζήτημα είναι πώς θα μπορέσει η τάξη μας να αρνηθεί να χρηματοδοτήσει και με τα σπίτια της τον επόμενο κύκλο της επιδιωκόμενης καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Ας μη γελιόμαστε, ωστόσο: δεν θα είναι εφικτό να πιάσουμε ξανά το νήμα του κινήματος της άρνησης πληρωμών του 2011 και να το γενικεύσουμε, αν ταυτόχρονα δεν επιχειρήσουμε μια έμπρακτη (αυτο)κριτική των παρελθοντικών κοινοτήτων αγώνα που στήριξαν και αναπαρήγαγαν τις διαιρέσεις, χειραγωγήσεις και διαμεσολαβήσεις που μας έχουν φέρει στην τωρινή κατάσταση αδυναμίας. Αν δεν αποκρούσουμε τις νέες διαμεσολαβήσεις, τους νέους απατεώνες που περιμένουν στη γωνία για να δώσουν στο κίνημα έναν καθαρά ακτιβίστικο ή λαϊκίστικο χαρακτήρα μιλώντας (ξανά) για το «γενικό κοινωνικό συμφέρον», για το «καλό του τόπου» και για «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», δεν θα είναι εφικτό να καθορίσουμε μάχιμα και συλλογικά τις ανάγκες μας κι ούτε να σώσουμε κανένα σπίτι.

Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την Πλατεία Συντάγματος

http://synelefsi-syntagmatos.espivblogs.net/

Φεβρουάριος 2018

Λήψη σε μορφή pdf