Θέλουμε μισθό και όχι «δουλίτσα» πληρωμένη με ψίχουλα

«Aυξήσεις της τάξης του 10% θεωρούμε ότι δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση, ενώ η αύξηση στο [συνολικό] μισθολογικό κόστος δεν φαίνεται να ξεπερνάει το 3%»

Γιάννης Καπλάνης, μέλος της επιτροπής οικονομολόγων που εξέδωσε το πόρισμα της διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό, καθησυχάζοντας τις ανησυχίες των δεξιών και των αφεντικών για λουκέτα και «εκτίναξη» του μισθολογικού κόστους

Είναι ήδη πολλά τα χρόνια που οι καπιταλιστές και οι οικονομολόγοι τους εργάζονται μεθοδικά για να μειώσουν το επίπεδο των αναγκών και των κοινωνικών προσδοκιών και να μας προσαρμόσουν στη λιτότητα των μνημονίων· μια λιτότητα που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να αντιμετωπίσουν την κρίση συσσώρευσης και τον διαρκώς εντεινόμενο ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό των τελευταίων δεκαετιών. Το χρέος και τα μνημόνια υπηρέτησαν και υπηρετούν κατά τον καλύτερο τρόπο αυτή τη στόχευση, υλοποιώντας μέσω μιας «θεραπείας-σοκ» πολιτικές υποτίμησης και απαξίωσης της εργασίας και της ζωής όλων των προλετάριων, ντόπιων και μεταναστών.  Η αριστερά του κεφαλαίου  ανέλαβε να συνεχίσει και –πατώντας στην ελάχιστη  κοινωνική νομιμοποίηση που της έχει απομείνει– να ολοκληρώσει εκείνες τις ριζικές μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες στο κεφάλαιο για ένα νέο κύκλο/τύπο συσσώρευσης. Η μνημονιακή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ψήφιση του ασφαλιστικού νόμου το 2016, ήρθε μετά το 2017 να συμπληρώσει την σκληρή επίθεση εναντίον μας με ένα νέο εργατικό πλαίσιο. Πυρήνας του ήταν η καταρράκωση των μισθών και η ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος. Το δεύτερο σημαίνει την πλήρη απελευθέρωση του κάθε αφεντικού από τα «περιττά βαρίδια» των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (εθνικών–κλαδικών), ώστε να μπορεί, αντιμετωπίζοντας πλέον ατομικοποιημένα τον κάθε εργαζόμενο, να τον κάνει όσο λάστιχο θέλει, ανάλογα με τις ξεχωριστές ανάγκες της επιχείρησής του. Μέσο για την επίτευξη αυτών των πολυπόθητων για τα αφεντικά στόχων ήταν η διάλυση της νομοθετημένης εργάσιμης μέρας, η απόλυτη ευελιξία και η εργασιακή πειθαρχία.

Ο μισθός είναι φετίχ κι εμείς φετιχιστές!

Όταν, πριν από την εποχή του ψευδούς διπόλου φασισμός/αντι-φασισμός, υπήρχε ακόμα εργατικό επαναστατικό κίνημα, οι εργάτριες δεν έτρωγαν το παραμύθι που η καπιταλιστική τάξη σερβίρει στο προλεταριάτο –και το οποίο σήμερα συνηθίζουμε να καταπίνουμε αμάσητο – πως ο μισθός δηλαδή αποτελεί το δίκαιο αντίτιμο για την εργασία που προσφέρουμε. Ο μισθός εμφανίζεται μέσα στον αντεστραμμένο κόσμο μας ως «φυσικό» πλήρες αντίτιμο της λειτουργίας του εμπορεύματος-εργασιακή δύναμη που «ελεύθερα» προσφέρεται απ’ τον κάτοχό της προς τον «ίσο» του καπιταλιστή.

Πληρώνουν πράγματι όμως τα αφεντικά την «αξία όλης της εργασίας» που προσφέρουν οι μισθωτοί, όπως ισχυρίζονται; Πρόκειται πράγματι για μια ισότιμη ανταλλαγή; Κι αν ναι, τότε γιατί το προϊόν της εργασίας τους δεν καταλήγει ολόκληρο, ή έστω κατά το μεγαλύτερο μέρος του, στα χέρια των εργατριών ως αντάλλαγμα για τη δουλειά τους;

Στην πραγματικότητα ο μισθός είναι ένα φετίχ που συγκαλύπτει την ταξική κυριαρχία και την απλήρωτη υπερεργασία. Με τον μισθό η εργάτρια πληρώνεται μόνο την αξία των προϊόντων που είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή της, ενώ το υπόλοιπο προϊόν το καρπώνεται ο καπιταλιστής. Αν και απάτη, όμως, όσο ισχύει η καπιταλιστική κοινωνική σχέση, ο μισθός είναι το βασικό μέσο που έχει η εργάτρια για να συντηρείται, ώστε να μην είναι δούλα η ίδια και η εργατική τάξη μια μάζα πληβείων.

Η καπιταλιστική αφήγηση περί «δίκαιου» και πλήρους αντιτίμου ήταν στο απώγειό της τις «χρυσές» εποχές της ανάπτυξης όταν οι μισθοί ήταν υψηλότεροι. Στη τωρινή συγκυρία της μεθοδευμένης κρίσης ο μισθός είναι είδος προς εξαφάνιση και δεν επαρκεί καν για την αναπαραγωγή μας ως εργασιακή δύναμη: άλλοι από εμάς πληρώνονται ελάχιστα, άλλοι έναντι και με καθυστερήσεις μηνών κι άλλοι καθόλου, γιατί το αφεντικό κατέβασε ρολά και άνοιξε με άλλη επωνυμία!

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στα βήματα των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων του Πασόκ και της Δεξιάς, έβαλε πρώτα ως στόχο να απαλλάξει σε μεγάλο βαθμό την εργατική τάξη από το φετίχ του μισθού και τις αυταπάτες της και τώρα, ενώπιον των επερχόμενων εκλογών, παρουσιάζεται ως υπερασπιστής του μισθού, ο οποίος επιβαρύνει τα αφεντικά κατά… 3%, όπως μας πληροφορεί ο κος Καπλάνης. Κι αφού πρώτα θεσμοθέτησε με το νέο εργασιακό πλαίσιο του 2017 το πετσόκομμα του βασικού μέσου συντήρησης της εργατικής τάξης, μετά βέβαια από πολλές «διαπραγματεύσεις», «αγώνες» ενάντια στο καρτέλ του ΣΕΒ, «κόκκινες γραμμές» και άλλα με τον Τοτό… Απέναντι σε αυτό το ξεχαρβάλωμα το προλεταριάτο πρέπει να απαντήσει: «Είμαστε φετιχιστές! Δεν θέλουμε να απαλλαγούμε από τις αυταπάτες μας! Θέλουμε μεγαλύτερο μισθό και/για λιγότερη δουλειά!».

Τι έχουν πετύχει τα δεξιά και τα αριστερά αφεντικά μέχρι τώρα;

Τα σημαντικότερα αποτελέσματα της πολιτικής σοκ των τριών μνημονίων είναι η κατακόρυφη πτώση του άμεσου και έμμεσου μισθού, η σχεδόν πλήρης κατάργηση του παλιού εργασιακού δικαίου, η ραγδαία αύξηση των επισφαλών θέσεων εργασίας, ο κατακερματισμός των εργαζομένων με τις επιχειρησιακές (ή και ατομικές) συμβάσεις και η ανακύκλωσή τους σε ένα αέναο φαύλο κύκλο μεταξύ επισφαλούς εργασίας, ανεργίας και δια βίου κατάρτισης.

Μεγάλη μείωση του άμεσου μισθού μας

Αυτή περιλαμβάνει την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού και μείωση των επιδομάτων στο δημόσιο τομέα και την επίθεση στο μισθό των υπόλοιπων εργαζομένων μέσα από την απορρύθμιση του συλλογικού εργατικού δικαίου όταν από το 2010 η διαπραγμάτευση της σύμβασης γίνεται ενδοεπιχειρησιακό επίδικο (βλ. επιχειρησιακές ή ατομικές συμβάσεις εργασίας). Την πρόσδεση του μισθού στα εκάστοτε ελάχιστα νόμιμα όρια της ΕΓΣΣΕ που βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, ακολουθεί η κατάργηση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης, που ακυρώνει μ’ αυτόν τον τρόπο τις ευρύτερες κλαδικές / ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ. Ο κατώτατος μισθός που κάποτε προοριζόταν να προστατεύει τους χαμηλά αμειβόμενους μειώνεται το 2012 κατά 22% και συμπαρασύρει ανάλογα μαζί του υπερωρίες, επιδόματα ανεργίας, ασθενείας, μητρότητας και συντάξιμες αποδοχές. Ταυτόχρονα, θεσμοθετείται μια νέα κατηγορία υποκατώτατου μισθού (με μείωση κατά 32%) για τους κάτω των 25 ετών. Με την αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, οι πραγματικοί μισθοί υπέστησαν επιπλέον μείωση (συνολικά -19,5% την περίοδο 2010-2017).

Επέκταση της επισφάλειας και της ευελιξίας

Παράλληλα με τις μειώσεις των μισθών, επεκτάθηκε η επισφάλεια στους χώρους εργασίας. Στις νέες προσλήψεις κυριαρχούν οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας, σε βάρος των συμβάσεων πλήρους απασχόλησης εργασίας (οι πρώτες αντιστοιχούν σταθερά σε άνω του 55% του συνόλου), ενώ την περίοδο 2009-2018 εκτινάχθηκαν τα ποσοστά της μετατροπής των συμβάσεων αορίστου χρόνου σε ορισμένου είτε με –υποτίθεται– σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου είτε χωρίς αυτήν. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως μεγάλη έκταση της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας, σηματοδοτεί την εδραίωση αυτών των μορφών εκμετάλλευσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, καθώς και των μισθών πείνας, ακόμα και κάτω των 500 ευρώ (μεικτά) για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της τάξης μας (περίπου το 22%).

Επέκταση της απλήρωτης εργάσιμης ημέρας

Παράλληλα, η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σήμερα εργάζεται πέραν του κανονικού ωραρίου, πολλές φορές απλήρωτα, σαν να μην έφτανε η ήδη απλήρωτη εργασία μας εντός του 8ωρου. Το αποτέλεσμα είναι ολοένα και μικρότερα περιθώρια διαχείρισης του “ελεύθερου χρόνου” σε ένα διαρκές κυνήγι συμπλήρωσης του μισθού-φιλοδωρήματος, που συνεπάγονται τόσο η υπερωριακή όσο και η μερική/εκ περιτροπής/περιστασιακή εργασία!

Διαρκή περιπλάνηση των εργαζομένων σε σκατοδουλειές

Ο αριθμός όσων εργαζομένων απολύθηκαν, έληξε η σύμβασή τους ή «αποχώρησαν οικειοθελώς» από την εργασία τους συνεχίζει να ξεπερνά τον αριθμό των μισθωτών. Δηλαδή, είναι σαν, κάθε χρόνο μάλιστα, να χάνει ή να εγκατέλειπει την εργασία του, τουλάχιστον μια φορά, το σύνολο των μισθωτών της χώρας!

Καθόλη τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας οι καπιταλιστές επιδίωκαν και κατάφεραν να αποτυπώσουν και στο θεσμικό δίκαιο την άθλια εργασιακή πραγματικότητα που ήδη βιώναμε. Έτσι, μετά την ολοκλήρωση μιας ακόμα «περήφανης διαπραγμάτευσης» της κυβέρνησης της αριστεράς του κεφαλαίου με τους δανειστές το 2017, τα μέτρα που προέβλεπε η τεχνική συμφωνία τους δεν θα αργούσαν να γίνουν κι αυτά νόμος του κράτους. Πολλοί αφελείς συνάδελφοι είδαν τότε με ανακούφιση να «απομακρύνεται το φάσμα της χρεοκοπίας». Θα αρκούσε όμως να ρίξουν μια ματιά στα συμφωνηθέντα για να αλλάξουν άποψη και να βγουν στο δρόμο, καθώς ο νόμος 4488/2017 αποτελούσε μια συνέχεια της επίθεσης που δεχόταν η εργατική τάξη τα προηγούμενα 7 χρόνια. Αυτό δεν έγινε κι έτσι μας απέμεινε ο άχαρος ρόλος να καταγράφουμε ρυθμίσεις:

  • Διατηρήθηκε το όριο μαζικών απολύσεων στο επίπεδο του 5% στις επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 150 εργαζόμενους, αλλά διευκολύνθηκε η υλοποίησή τους, καθώς αντικαταστάθηκε το τότε ισχύον πλαίσιο διοικητικής έγκρισης από μια διαδικασία κοινοποίησης μέγιστης διάρκειας τριών μηνών. Η εξέλιξη αυτή, συμβάδισε με την παρατηρούμενη τάση συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, αλλά και με την επερχόμενη αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα, της ΔΕΗ και των συγκοινωνιών (βλ. παρακάτω). Ας σημειωθεί πάντως ότι για την συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων καπιταλιστών, ούτως ή άλλως, δεν υφίσταται κανένα όριο στις απολύσεις, αφού για επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 20 εργαζόμενους δεν υπάρχει όριο/περιορισμός στις απολύσεις.
  • Η ταχεία δικαστική διαδικασία που χρησιμοποιείται για να κρίνεται η νομιμότητα των απεργιών άρχισε να χρησιμοποιείται και για διαφορές βάσει του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα: επαναφέρθηκε έτσι από την «πίσω πόρτα» το «λοκ άουτ», καθώς η κήρυξη απεργίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως «λόγος ανωτέρας βίας».
  • Ανεστάλη για μια ακόμα φορά η εφαρμογή της αρχής της ευνοϊκότητας και της αρχής της επεκτασιμότητας των συλλογικών συμβάσεων, έως το «τέλος του 3ου Μνημονίου» (Ιούλιος 2018), γεγονός που επέφερε νέο πάγωμα των μισθών και την υπονόμευση της ισχύος των κλαδικών συμβάσεων εργασίας, όσων, ελάχιστων, εξακολουθούν σήμερα να ισχύουν. Τώρα κατά πόσο το τρίτο μνημόνιο τελείωσε όντως το 2018 θα το δούμε παρακάτω.
  • Αναθεωρήθηκε το τότε ισχύον πλαίσιο διαμεσολάβησης και διαιτησίας με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να μην μπορούν να προσφεύγουν μονομερώς στους οργανισμούς διαιτησίας, γεγονός που θα καταστήσει άνευ πρακτικής σημασίας τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας (όταν επιτρέψει την επαναφορά τους η τρόικα).
  • Δρομολογήθηκε η αύξηση της φορολογίας το 2020 μέσω της μείωσης του αφορολόγητου ορίου, γεγονός που θα μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα κατά ένα μισθό/σύνταξη.
  • Επεκτάθηκαν οι αιτίες απόλυσης συνδικαλιστών (πχ. σε περιπτώσεις τέλεσης ποινικών αδικημάτων) και συρρικνώθηκαν οι συνδικαλιστικές άδειες.
  • Δρομολογήθηκε η θεσμοθέτηση νέων μέτρων «αξιολόγησης» και κινητικότητας στο Δημόσιο που στην πραγματικότητα αποτελούν τον «προθάλαμο» για την πραγματοποίηση νέων απολύσεων, ενώ επιβλήθηκε «ταβάνι» στον αριθμό των συμβασιούχων. Ακόμη και οι νέες προσλήψεις εκπαιδευτικών που αναγγέλθηκαν προεκλογικά, εάν και εφόσον εν τέλει αυτές πραγματοποιηθούν, εντάσσονται στο παραπάνω πλαίσιο δια βίου κατάρτισης και (επαν)αξιολόγησης, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων, με έπαθλο λίγες κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας.
  • Μετά την ιδιωτικοποίηση των λιμανιών του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, των περιφερειακών αεροδρομίων και της έκτασης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, δρομολογήθηκε η πραγματοποίηση ενός νέου κύκλου ιδιωτικοποιήσεων μέσω του ΤΕΑΔ (πρώην ΤΑΙΠΕΔ). Η ΔΕΣΦΑ (φυσικό αέριο) πωλήθηκε το Δεκέμβριο του 2018 ενώ η πώληση λιγνιτικών μονάδων στη Μεγαλόπολη και τη Φλώρινα έχει αποτυπωθεί σε νόμο ήδη από την άνοιξη του 2018 (4533/2018). Ας σημειωθεί ότι η έκταση της δημόσιας περιουσίας που έχει ενταχθεί στο ΤΑΙΠΕΔ είναι δύσκολο να εντοπιστεί – πρόσφατα μόνο έγινε γνωστό ότι περιλαμβάνει ακόμα και δημοτικά σχολεία και πάρκα!
  • Επεκτάθηκε το άνοιγμα των καταστημάτων 30 Κυριακές το χρόνο και η περαιτέρω απορύθμιση του ωραρίου και της ζωής των εμποροϋπαλλήλων.
  • Δρομολογήθηκε η αναδιάρθρωση των μέσων μαζικής μεταφοράς ώστε το ετήσιο έλλειμμά τους να μην υπερβαίνει τα 40 εκατ. ευρώ, πράγμα που οδήγησε στις μπάρες και σε πιο αραιά δρομολόγια.

Όσον αφορά τον έμμεσο μισθό, η νέα επίθεση που ήρθε να προστεθεί στις μειώσεις συντάξεων ύψους άνω των 50 δισ. ευρώ από το 2010 έως σήμερα, περιλαμβάνει:

  • Την μείωση των συντάξεων όλων των «νέων» συνταξιούχων, σύμφωνα με όσα προβλέπει ο νόμος Κατρούγκαλος, ενώ η επίθεση στις «παλιές» συντάξεις, μέσω της κατάργησης της «προσωπικής διαφοράς» που σήμερα λαμβάνουν οι «παλιοί» συνταξιούχοι και η οποία επίσης προβλέπεται από τον ίδιο νόμο, πήρε παράταση για την 1-1-2023.
  • Την αύξηση των εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς ο υπολογισμός τους γίνεται πλέον βάσει των ακαθάριστων εσόδων, δηλ. συνυπολογίζοντας και τις ασφαλιστικές εισφορές και τους φόρους που καταβλήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος.
  • Μείωση ή κατάργηση μιας σειράς επιδομάτων, όπως τα οικογενειακά, το επίδομα πετρελαίου, τα επιδόματα ανεργίας, ένδειας, απροστάτευτων τέκνων, νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας κλπ., τα οποία ενσωματώνονται στην απάτη που λέγεται Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, συρρικνώνοντας το καταβαλλόμενο ποσό.
  • Σα να μην έφταναν τα παραπάνω μέτρα, στα πλαίσια της επόμενης αξιολόγησης τον Σεπτέμβριο του 2017, θεσμοθετήθηκε (φυσικά, ύστερα από «σθεναρή διαπραγμάτευση με την τρόικα»):
  • Η κήρυξη απεργίας με το 50% + 1 των εγγεγραμμένων μελών ενός σωματείου, και όχι των παριστάμενων στη γενική συνέλευση μελών, όπως προβλεπόταν μέχρι τότε· δηλαδή, με τα σημερινά δεδομένα, ποτέ. Μέτρο που αποσκοπεί να προωθήσει ακόμα περισσότερο τη… δημοκρατία στους χώρους εργασίας, καθώς, όπως είχε δηλώσει ο πρώην υπουργός Εργασίας Γ. Κατρούγκαλος, «αυτό που γίνεται τώρα, να αποφασίζουν για απεργιακές κινητοποιήσεις μειοψηφίες, δεν είναι δημοκρατικό».

Η σημερινή απάτη της «επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων» και των «αυξήσεων» στους μισθούς

Οι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι η «αύξηση» του κατώτατου μισθού αφορά το 8,3% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Λένε ότι στις μεγάλες επιχειρήσεις, τα ποσοστά των εργαζομένων με κατώτατο μισθό είναι της τάξης του 2%, αλλά ανεβαίνουν πάνω από 10% για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Αυτός είναι ο λόγος που η επιτροπή που εξέδωσε το πόρισμα συμπέρανε πως η αύξηση του μισθολογικού κόστους για το σύνολο της οικονομίας που θα προκύψει από την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10% θα είναι μόλις 2,86%, 1% για επιχειρήσεις με περισσότερους από 50 απασχολούμενους και 4,7% για επιχειρήσεις με έως 9 απασχολουμένους. Η «επιβάρυνση» των αφεντικών θα είναι 1,6% στη μεταποίηση και θα φθάσει έως 3,7% στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, ενώ σε καταλύματα και εστίαση θα αγγίξει το 4,6%. Η επιτροπή ανησυχεί για το γεγονός ότι ακόμη και μια ήπια αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να κλονίσει κάποιες εξαιρετικά αδύναμες επιχειρήσεις, κυρίως από τους κλάδους του λιανικού εμπορίου και της εστίασης. Παρακάτω θα δούμε γιατί αυτή η ανησυχία δεν είναι δικαιολογημένη.

Ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός θα ισχύει και για τους νέους έως 25 ετών, οι οποίοι σήμερα παίρνουν τον υποκατώτατο των 510 ευρώ μεικτά. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να οριστικοποιηθεί και το πρόγραμμα επιδότησης του 50% των εργοδοτικών εισφορών για εργαζομένους νέους, ηλικίας έως 25 ετών, ώστε να αντισταθμιστεί η χασούρα των αφεντικών από την απότομη αύξηση των αποδοχών τους με δωρεάν δημόσιο χρήμα και να μην τους πετάξουν αμέσως έξω από τις δουλειές. Η αύξηση του κατώτατου αναμένεται να συμπαρασύρει και τα «παγωμένα» επιδόματα προϋπηρεσίας, όπως επίσης και το επίδομα γάμου 10% λόγω υπαγωγής στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβασης Εργασίας. Όπως βέβαια αναμένεται να αυξήσει και τα επιδόματα ανεργίας, αλλά και τις αμοιβές των ανέργων που συμμετέχουν σε προγράμματα απασχόλησης. Στον αντίποδα, προβλέπεται επιβάρυνση στις εισφορές περίπου 1 εκατ. μη μισθωτών, οι οποίοι καταβάλλουν τη χαμηλότερη δυνατή ασφαλιστική εισφορά.

Ο ΣΕΒ είχε ζητήσει να υπάρξει αύξηση του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου σύμφωνα με τον ρυθμό αύξησης της μέσης παραγωγικότητας για το 2018, καθώς και η όποια αύξηση να συνδυασθεί με άμεση μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Για να μην μειωθούν κι άλλο οι ασφαλιστικές εισφορές των αφεντικών (που είναι ήδη μειωμένες λόγω της μεγάλης έκτασης της υποδηλωμένης εργασίας) κι αδειάσουν εντελώς τα ασφαλιστικά ταμεία, η Αχτσιόγλου, ως αντιπροσφορά στα αφεντικά, πάγωσε το Νοέμβριο του 2018 τη διαδικασία επεκτασιμότητας των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων που είχε ξεκινήσει το Σεπτέμβρη.

Ας δούμε τώρα την περίφημη «αύξηση» των μισθών από δύο σκοπιές: μια καθαρά αριθμητική και μια κοινωνική-ουσιαστική, βασισμένη στις πραγματικές στρατηγικές των αφεντικών στην αγορά εργασίας.

Από αριθμητική σκοπιά, η καθαρή μηνιαία αύξηση που θα φτάσει στην τσέπη των μισθωτών τον επόμενο χρόνο, μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών τους εισφορών τους και τη νέα μείωση του αφορολόγητου από την 1/1/2020, θα είναι μόλις 4,2%, δηλ. 21 ευρώ στο χέρι, ή αλλιώς ούτε καν ένα ευρώ ανά ημέρα εργασίας! Μόνο όσοι έπαιρναν τον υποκατώτατο και όσοι παίρνουν το επίδομα ανεργίας και την ειδική παροχή προστασίας της μητρότητας θα πάρουν πάνω από ένα ευρώ την ημέρα.

Πάμε τώρα στην ουσία του ζητήματος, στην πραγματική κατάσταση στους χώρους εργασίας. Οι εργαζόμενοι με αμοιβές μέχρι τα κατώτατα όρια του 2012 (750 με 800 ευρώ) εκτοξεύτηκαν από τότε, λόγω του δεύτερου και του τρίτου μνημονίου, από το 18% στο 51% του συνόλου των μισθωτών! Με την μετατροπή χιλιάδων συμβάσεων πλήρους απασχόλησης σε δήθεν μερικής απασχόλησης οι αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό εργαζόμενοι έφτασαν, σύμφωνα με την πρόσφατη ομολογία του υπουργείου εργασίας, τις 600.000, αριθμός που φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν αντιστοιχεί μόνο στο 8,3 % των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα. Οι τριετίες έχουν παγώσει, οι συμβάσεις που υπογράφονται είναι ατομικές, η απλήρωτη υπερωριακή εργασία οργιάζει, άνθρωποι που δουλεύουν δεκάωρα δηλώνονται ως τετράωροι και στα τουριστικά μαγαζιά στα νησιά τα καλοκαίρια βασιλεύει η μαύρη εργασία. Για να αντιμετωπίσουν την πενιχρή αύξηση του κατώτατου μισθού, τα αφεντικά θα εκμεταλλευτούν την έλλειψη νέων συλλογικών συμβάσεων και θα παγώσουν τους μισθούς που υπερβαίνουν τον κατώτατο.

Το ζήτημα του μισθού δεν είναι μόνο ζήτημα κρατικής ρύθμισης ή απορρύθμισης, είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα ταξικής πάλης, δηλ. ζήτημα συσχετισμού δύναμης.

Γιατί στεκόμαστε ενάντια στην απάτη των «αυξήσεων» και δεν κοιτάμε τη «δουλίτσα» μας;

Στα εννιά χρόνια των μνημονίων έχουν χαθεί πολλά δισ. από μισθούς και συντάξεις. Ενώ οι καπιταλιστές καρπώθηκαν τις περικοπές των μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων και έβγαλαν το παραδάκι στο εξωτερικό, το κράτος καρπώθηκε τις περικοπές των μισθών και των συντάξεων των δημόσιων υπαλλήλων για να αποπληρώνονται οι τοκογλύφοι δανειστές του. Με απλά λόγια όλοι τρώνε με χρυσά κουτάλια και πίνουν εις υγείαν του μαλάκα, της τάξης μας! Πόσο ακόμα θα τους αφήνουμε να μας μεταχειρίζονται έτσι; Πόσο ακόμα θα μένουμε θεατές, ενώ η τάξη μας οδηγείται στην πλήρη απαξίωση και τη ζητιανιά μιας οποιασδήποτε “δουλίτσας” και μιας μικρής αύξησης;

Ο συνεχής κατακερματισμός της τάξης σε όλο και περισσότερες κατηγορίες και η συνεχής, βίαιη προσαρμογή μας στην προκρούστεια κλίνη της κάθε καπιταλιστικής ανάγκης δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Ο απολογισμός της επίθεσης που προηγήθηκε συμβάλλει στη συνειδητοποίηση πως δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με την αλλαγή ενός νόμου με έναν άλλον, αλλά με την εμβάθυνση της μεταρρύθμισης των εργασιακών σχέσεων σε βάρος όλης της τάξης.

Πρέπει μέσα από τοπικές διακλαδικές ταξικές συνελεύσεις να ξεπεραστεί η διαίρεση της τάξης σε μόνιμους και μερικής απασχόλησης, σε εργαζόμενους και “νοικοκυρές”, σε κλάδους και συντεχνίες. Στην πολιτική αυτή του κεφαλαίου πρέπει να απαντήσουμε με τη δική μας αυτόνομη πολιτική στρεφόμενοι ενάντια στην ίδια την καπιταλιστική σχέση: με αγώνες κοινούς που συσπειρώνουν όλα τα μέλη της τάξης μας και που θέτουν την ικανοποίηση κάθε επί μέρους αιτήματος στην υπηρεσία της ικανοποίησης των γενικών συμφερόντων της τάξης. Ακόμα καλύτερα, κάθε ικανοποίηση επί μέρους αιτημάτων να εμπλέκει στη διεκδίκησή της όλα κατά το δυνατόν τα τμήματα και τα «επαγγέλματα» της τάξης, ώστε να ξεπερνάει έτσι στην πράξη αιτήματα, διεκδικήσεις, μορφές αγώνα και νοοτροπίες που σέβονται τον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και εξυπηρετούν επιχειρησιακά, επαγγελματικά και κλαδικά αιτήματα και συμφέροντα. Ας φανταστούμε που θα μπορούσε να οδηγήσει ο πρόσφατος ξεσηκωμός των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, αν συνδεόταν με τα αιτήματα των προσωρινών εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα και των ανέργων. Πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε, προς ανακούφιση των κρατούντων.

Στις κουβέντες μας δεν μπορεί πια να κυριαρχεί το μίζερο θέμα: «Δουλίτσα υπάρχει;» αλλά να αντικατασταθεί από ερωτήσεις όπως «Μισθός υπάρχει;» ή «Εσένα πόσο σε δουλεύει το αφεντικό σου;» ή «Ως πότε θα βάζουμε “πλατούλα” στην επιχείρηση;» Και εννοείται ότι όταν μιλάμε για μισθό δεν εννοούμε ούτε τα ψίχουλα της πρόσφατης «αύξησης» ούτε κάποια αύξηση στο ωρομίσθιο που είναι δυο φορές απάτη αλλά έναν υψηλό άμεσο και έμμεσο/κοινωνικό μηνιαίο μισθό.

Αν στεκόμαστε απέναντι στην ευελιξία των σχέσεων εκμετάλλευσης που μας προσαρμόζει στα μέτρα του κάθε αφεντικού, δεν το κάνουμε από κάποια νοσταλγία για μια «κανονική» δουλειά· η αντίθεσή μας στην προωθούμενη ανασφάλεια δε γίνεται από τη σκοπιά της διεκδίκησης μιας «μόνιμης και σταθερής εργασίας» αλλά από τη σκοπιά της διεκδίκησης ενός σταθερού, ικανοποιητικού ως προς τις ανάγκες μας μισθού, είτε εργαζόμαστε είτε όχι, για όλη την τάξη (ντόπιους και μετανάστες). Έναν μισθό που επιπλέον, θα μας δίνει τη δυνατότητα συλλογικής αντίστασης στην καπιταλιστική επέλαση και θα μας φέρνει σε μια καλύτερη θέση στο συσχετισμό δύναμης απέναντι στο κεφάλαιο και το κράτος του. 

Διεκδικούμε μισθό γνωρίζοντας ότι ακόμα και σε «ιδανικές» συνθήκες είναι απάτη, ψέμα και εκμετάλλευση. Ο τελικός μας στόχος είναι η οικειοποίηση όλου του πλούτου που παράγουμε και σφετερίζονται τα αφεντικά, διαλύοντας ταυτόχρονα την εμπορευματική του μορφή.

Στη μίζερη και μοιρολατρική αποδοχή της πραγματικότητας όπως αποκαλύπτεται σε καθημερινές κουβέντες, επιτέλους ας αντιπαραθέσουμε μια πολεμική ετοιμότητα, ξεκινώντας να λέμε «Θέλουμε μισθό κι όχι δουλίτσα»!

Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την Πλατεία Συντάγματος

http://synelefsi-syntagmatos.espivblogs.net/

Μάρτιος 2019

 

Η προκήρυξη σε pdf

ΟΥΤΕ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΗ, ΟΥΤΕ ΧΑΜΗΛΟΜΙΣΘΗ, ΟΥΤΕ ΑΛΛΟΤΡΙΩΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Ενδόμυχες σκέψεις στην κοινωνία της επιβίωσης

Νιώσατε, όπως κι εμείς, έστω μια φορά την επιθυμία να φτάσετε αργοπορημένοι στη δουλειά σας ή να φύγετε νωρίτερα;

Σ’ αυτήν την περίπτωση, καταλάβατε ότι ο χρόνος εργασίας είναι διπλά χαμένος για μας: χαμένος σαν χρόνος που θα ήταν πιο ευχάριστο να αφιερώσουμε στην ελεύθερη συλλογική δημιουργία, τον έρωτα, τις ονειροπολήσεις, τις επιθυμίες, τα πάθη· και χαμένος σαν χρόνος σωματικής και νευρικής φθοράς.

Από την άλλη είναι χρόνος διπλά κερδισμένος για τα αφεντικά: κερδισμένος για το αφεντικό που μας μισθώνει με αντάλλαγμα ένα χρηματικό ποσό που δεν καλύπτει παρά ένα μικρό μέρος του προσφερόμενου χρόνου εργασίας, ενώ το υπόλοιπο το τσεπώνει ως κέρδος· και κερδισμένος για τα υπόλοιπα αφεντικά-ιδιοκτήτες που μας πουλάνε στο εμπόριο τα εμπορεύματα που εμείς ή οι άλλοι προλετάριοι παράγουμε.

Παντού όπου υπάρχει εμπόρευμα υπάρχει αναγκαστική εργασία, μισθωτή σκλαβιά, και όλες σχεδόν οι δραστηριότητες τείνουν να συγγενεύουν με την αναγκαστική εργασία: παράγουμε, καταναλώνουμε, τρώμε, κοιμόμαστε για ένα αφεντικό, για έναν ηγέτη, για το κράτος, για το σύστημα του γενικευμένου εμπορεύματος και της επιβίωσης.

Να εργάζεσαι σημαίνει να ζεις λιγότερο. Κι αυτή η απλή αλήθεια είναι ακόμα πιο φανερή το καλοκαίρι στην τουριστική βιομηχανία όπου οι περισσότεροι εργαζόμενοι – χαμάληδες εμπορευμάτων δουλεύουν 10ωρα (αν και δηλώνονται για τετράωρα ή καθόλου!), πληρώνονται χαμηλότερα αφού τους κλέβουν τα ένσημα, τις υπερωρίες και τα σαββατοκύριακα (δημιουργώντας τους την ψευδαίσθηση ότι επειδή παίρνουν περισσότερα λεφτά στο χέρι πληρώνονται παραπάνω από τον κατώτατο μισθό!) και είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν τους τουρίστες που η μετακίνηση από τον ένα τόπο τυποποιημένης διασκέδασης στον άλλο κατά τη διάρκεια των διακοπών τούς προσφέρει λίγες στιγμές φυγής από την αναγκαστική εργασία στην πόλη (ώστε να μπορέσουν να γυρίσουν σ’ αυτήν πιο ξεκούραστοι και πιο παραγωγικοί!)

Και για τι σούπερ καβάτζα αναγκαστικής εργασίας μιλάμε! Στη χώρα που την «κρίση χρέους» την πληρώνουν τα κορόιδα που είναι αναγκασμένα να πουλάνε την εργασιακή τους δύναμη όσο τα αφεντικά την χρειάζονται, ένας στους τρεις εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα παίρνει 383 ευρώ μεικτά και αναγκάζεται να δουλεύει μαύρα για να την βγάζει, ενώ οι άλλοι δύο βγάζουν μια… περιουσία – στα χαρτιά όμως αφού δουλεύουν απλήρωτοι επί μήνες ή πληρώνονται με καθυστέρηση· ενώ άλλοι ξεσκουριάζουν μόνο με κάποια περιστασιακή απασχόληση, ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός πλήρως ή «μερικώς» απασχολούμενων δουλεύει 10ωρα και 12ωρα.

Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι οι διεκδικήσεις για τα «νόμιμα», και ακόμα περισσότερο οι διεκδικήσεις για λιγότερο χρόνο εργασίας, συλλογικές συμβάσεις και μεγαλύτερο μισθό, δεν μπορούν να βάλουν σε κίνδυνο τον ιδιωτικό καπιταλισμό ή τον κρατικό καπιταλισμό που νοσταλγούν οι σταλινικοί· τα αφεντικά δεν δίνουν στους εργάτες παρά μόνο αυτά που οι εργάτες έχουν τη συλλογική δύναμη και την αποφασιστικότητα να απαιτήσουν.

Κανένα σύστημα κλοπής του χρόνου των άλλων δεν αυτοκαταργήθηκε ποτέ στην ιστορία. Η αργοπορία και οι συνεχείς διεκδικήσεις είναι οι αρετές της τάξης μας. Δύναμή μας είναι η αλληλεγγύη και ο αγώνας για τον άμεσο κι έμμεσο μισθό, δηλαδή για τα λεφτά που παίρνουμε στο χέρι από το αφεντικό μας, συν, για όλες τις προσφερόμενες υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, τη σύνταξη, τα κοινωνικά επιδόματα κλπ.

Σας συνέβη ποτέ να νιώσετε, όπως κι εμείς, έξω από το χώρο εργασίας σας την ίδια αηδία και την ίδια κούραση που νιώθετε σ’ αυτόν;

Σ’ αυτήν την περίπτωση καταλάβατε, όπως κι εμείς, ότι το εργοστάσιο είναι παντού. Είναι το πρωινό ξύπνημα, το τραίνο, το αυτοκίνητο, το σχολείο, το νοσοκομείο, το νοικοκυριό, η οικογένεια, το σπίτι, το ταμείο ανεργίας, η εφορία… Είναι ο χρόνος και ο χώρος της καθημερινής επιβίωσης, η συνήθεια στις κινήσεις που επαναλαμβάνονται μηχανικά κάθε μέρα, στα πάθη που απωθούμε και τα ζούμε με εξουσιοδότηση μέσω των εικόνων. Μέσα από κάθε μια από τις κινήσεις μας –μηχανοποιημένες, επαναλαμβανόμενες, διαχωρισμένες η μια από την άλλη– ο χρόνος κατατεμαχίζεται και, κομμάτι με κομμάτι, μάς ξεριζώνει από τον εαυτό μας.

Ως εργάτριες και εργάτες, ντόπιοι και μετανάστες, έχουμε καταλάβει πολύ καλά ότι ο εκβιασμός της μισθωτής εργασίας, το κυνήγι του άμεσου μισθού, δεν αρχίζει στο χώρο εργασίας μας –το γραφείο, το σχολείο, το μαγαζί, το μπαρ κλπ– αλλά ήδη από τη διαδρομή προς αυτόν. Η αγχωμένη μετάβαση στη δουλειά με το μηχανάκι, το αυτοκίνητο, τις δημόσιες συγκοινωνίες είναι κι αυτή δουλειά και μάλιστα είναι απλήρωτη εργασία που την πληρώνουμε από την τσέπη μας. Γι’ αυτό το να αντιστεκόμαστε στους ελέγχους των ΜΜΜ ή στην επιβολή του ηλεκτρονικού εισιτηρίου είναι υπεράσπιση του έμμεσου μισθού μας και το να διεκδικούμε δωρεάν μετακινήσεις σημαίνει αύξηση του μισθού μας. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε ενάντια σ’ αυτήν την καταναγκαστική συνθήκη νεκρού χρόνου προς και από τη μισθωτή εργασία.

Τα ίδια συναισθήματα αηδίας και κούρασης νιώθουμε και κάθε φορά που αναγκαζόμαστε να επιδιορθώνουμε την εργασιακή μας δύναμη στα νοσοκομεία και στους ψυχολόγους. Τη στιγμή μάλιστα που τόσες πολλές και πολλοί δουλεύουν χωρίς ασφάλιση – περίπου 500.000 υπολογίζονται όσοι δουλεύουν πλήρως «μαύρα» και 200.000 οι υποδηλωμένοι– και ειδικά στις χαμαλοδουλειές του τουρισμού, είναι ειρωνεία να μας διαφημίζει η αριστερά του κεφαλαίου την κατάργηση του 5ευρου στα νοσοκομεία. Το κομμάτι αυτό του έμμεσου μισθού μας που είναι η δωρεάν περίθαλψη ροκανίζεται ή και εξαφανίζεται εξαιτίας της ανασφάλιστης και υποδηλωμένης εργασίας.

Ακόμα και στο σπίτι, είτε ανήκει κανείς στην κατηγορία όσων έχουν δική τους στέγη και έτσι διατηρεί το εργατικό εισόδημα σε κάποιο αξιοπρεπές επίπεδο είτε νοικιάζει, η καθημερινότητα λίγο διαφέρει από τη μισθωτή δουλεία. Η αναπαραγωγή μας μέσω της απλήρωτης οικιακής μας εργασίας ρίχνει την αξία της εργασιακής μας δύναμης προσφέροντας στα αφεντικά φτηνότερους, πλήρως διαθέσιμους προς εκμετάλλευση εργάτες που θα τους εξασφαλίσουν μεγαλύτερη υπεραξία. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, το υποτιθέμενο «καταφύγιο»-σπίτι μας, χρησιμεύει στο κεφάλαιο για τη φτηνή αναπαραγωγή μας, καθώς εκεί παράγεται το σημαντικότερο εμπόρευμα, η εργασιακή δύναμη αλλά και αυτές οι κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνουν και αναπαράγουν κατάλληλα τους προλετάριους, δηλαδή τους ανθρώπους ως προλετάριους. Το σπίτι βέβαια χρησιμεύει και για την κανονικοποίησή μας, ειδικά όταν πρόκειται για την πυρηνική οικογένεια.

Σε όσες και όσους ανήκουμε στο προλεταριάτο της τουριστικής βαριάς βιομηχανίας, δεν είναι καθόλου δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε το εύρος του κοινωνικού εργοστασίου, αφού η ψυχαγωγία (των άλλων) είναι η δική μας εκμετάλλευση. Ιδροκοπώντας πάνω από τους φρέντο, τα κοκτέιλ και τη λάντζα, ας θυμόμαστε ότι η άρνηση του γενικευμένου εργοστασίου δεν θα ξεκινήσει από κάποια μυθική πολιτική δύναμη πάνω και έξω από εμάς αλλά από τις δικές μας συλλογικές αρνήσεις.

Νιώσατε την επιθυμία, όπως κι εμείς, να πάρετε από το χώρο εργασίας ή από ένα μαγαζί το άλφα ή βήτα αντικείμενο, για τον απλούστατο λόγο ότι συμμετείχατε στην παραγωγή του ή για τον ακόμα καλύτερο λόγο ότι το χρειάζεστε ή το επιθυμείτε;

Σ’ αυτήν την περίπτωση, καταλάβατε ότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟ ΝΑ ΒΟΥΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΑΓΑΖΙΑ! Δεν είναι κλεψιά να ξαναπάρεις κάτι που το έχεις παραγάγει είτε άμεσα ο ίδιος είτε το έχει παραγάγει η τάξη σου. Τα αφεντικά μάς κλέβουν όσο εμείς δουλεύουμε για αυτά. Εμείς δημιουργούμε ολόκληρο τον πλούτο της κοινωνίας και το κέρδος που βγάζουν πάνω στις δικές μας πλάτες είναι ουσιαστικά απλήρωτη εργασία. Εμείς τους ταΐζουμε, και οι μαλάκες μας δίνουν τα αποφάγια.

Κάθε πράξη απαλλοτρίωσης είναι πράξη ανατίμησης του μισθού μας. Ο μισθός μας σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχεί στην αξία των εμπορευμάτων που έχουμε παραγάγει ή μεταφέρει όσο βρισκόμαστε στη δούλεψη του αφεντικού μας. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν θα περίσσευε τίποτα για τα «καημένα» τα αφεντικά μας και έτσι δεν θα είχαν και λόγο ύπαρξης. Κατά τα άλλα, κράτος και αφεντικά έχουν το θράσος να κατηγορούν το προλεταριάτο ότι καταναλώνει περισσότερα από ό,τι παράγει, παπαριά ολκής αντίστοιχη της Παναγίτσας και του κρίνου. Οι εργάτριες και οι εργάτες δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε ποτέ πλήρως τις επιθυμίες μας μέσα στον καπιταλισμό, και πολλές φορές τα λεφτά που μας δίνουν δεν φτάνουν ούτε καν για τις «βασικές» μας ανάγκες. Το τελευταίο αφορά ιδίως στις περιπτώσεις των ανέργων, που τα επιδόματα απλά τους συντηρούν για να μην ψοφήσουν.

Δεν χρειάζεται να κάνουμε βέβαια καμία διάκριση μεταξύ «βασικής» και «πολυτελούς» ανάγκης ή επιθυμίας, αφού σε τελική ανάλυση ό,τι θέλουμε θα βουτάμε γιατί όλα δικά μας είναι. Δεν είμαστε άπληστοι και δεν ζητάμε πολλά. Τα θέλουμε όλα! Άμα ψάχνει κανείς για απληστία θα την βρει στον φραγκάτο μαλάκα που λέει «τα έχω δουλέψει αυτά τα λεφτά» (μετάφραση: «έχουν δουλέψει άλλοι για μένα για να έχω αυτά τα λεφτά»). Οπότε, βουτήξτε σαν να μην υπάρχει αύριο! Από τα σούπερ-μάρκετ, από το γραφείο, από το εργοστάσιο, απ’ οπουδήποτε, δίχως ενοχές και δίχως όρια. Αφού δεν μας φτάνουν τα φράγκα που μας δίνουν για να ζήσουμε όπως εμείς γουστάρουμε, τότε δεν θα αφήσουμε ράφι για ράφι!

Όσο συλλογικοποιείται αυτή η πρακτική, σταματάει να μένει πράξη ατομικής επιβίωσης. Το προλεταριάτο ριζοσπαστικοποιείται, υιοθετεί επιθετικά χαρακτηριστικά και αποκτά μια απειλητικότερη στάση απέναντι στη σχέση εκμετάλλευσής του, αναδεικνύοντας έτσι το ζήτημα της άρνησης μιας κοινωνίας όπου οι σχέσεις των ανθρώπων διαμεσολαβούνται από το εμπόρευμα και το χρήμα και η ικανοποίηση των επιθυμιών και των απολαύσεων εμποδίζονται από την ιδιοκτησία και την ανταλλαγή.

Νοιώσατε ποτέ, όπως κι εμείς, ότι ο συνδυασμός περιστασιακών σκατοδουλειών με τη δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που προσφέρει το σύστημα στους άπορους, τη δωρεάν μετακίνηση στους ανέργους, το ΚΕΑ, τα κοινωνικά τιμολόγια, την επιδότηση ενοικίου και την επιδότηση από τους γονείς είναι μια απλή διαχείριση της μιζέριας και της εξάρτησης από τους άλλους;

Αν ναι, καταλαβαίνετε ότι δεν μας κάνουν χάρη όταν μας δίνουν τα επιδοματικά ψίχουλα, αλλά αποσκοπούν στο να παραμείνουμε ικανοί για εργασία. Ποιοί θα τροφοδοτήσουν στο μέλλον την μηχανή της (καπιταλιστικής, φυσικά) ανάπτυξης αν όχι εμείς, ο σημερινός «σχετικός υπερπληθυσμός»;

Οι κοινωνικές παροχές, βέβαια, ωφελούν τα αφεντικά και σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφού καθιστούν δυνατή τη συνθήκη της επισφαλούς εργασίας. Έτσι μπορεί η εργατική τάξη να προσαρμόζεται στις «ανάγκες της αγοράς» και την εκάστοτε «οικονομική συγκυρία», δηλαδή να δουλεύει ένα τρίμηνο το χρόνο και να κάθεται στο μίζερο πάγκο της ανεργίας τον υπόλοιπο καιρό, ζώντας από τα επιδόματα και με μεροκάματα από δω κι από κει. Αν τώρα η επισφαλής εργασία είναι και «μαύρη», τόσο το καλύτερο για τους εργοδότες, αφού εκτός από τα ένσημα, οι τελευταίοι γλυτώνουν από την τήρηση εργασιακών δικαιωμάτων και από άλλα τέτοια «κουραφέξαλα» (κάτι που βέβαια τείνει να γενικευτεί και για κάθε μορφής επισφαλούς εργασία).

Η επισφαλής εργασία συνδυασμένη με επιδόματα τύπου ΚΕΑ είναι μια συνθήκη στην οποία καταφεύγουμε πολλοί και πολλές από μας για να τη βγάλουμε. Έτσι καταφέρνουμε, συχνά-πυκνά, να ικανοποιούμε τις στοιχειώδεις μας ανάγκες. Όμως, έχουμε κι άλλες! Δεν σκοπεύουμε να ζούμε με τα ελάχιστα δυνατά, για να είμαστε εργασιακή δύναμη που αναμένει την εκμετάλλευσή της από το επόμενο αφεντικό. Ούτε ψηνόμαστε να είμαστε εξαρτημένοι από τους γονείς μας μια ζωή, πόσο μάλλον να μην μπορούμε να φύγουμε από το σπίτι, το σπίτι μιας οικογένειας που δεν επιλέξαμε, που μας φορτώνει τα άγχη της και μας κριτικάρει με το βλέμμα ή τα λόγια. Δεν γουστάρουμε να ζούμε με 3 συγκατοίκους σε ένα μικρό διαμέρισμα, να μην μπορούμε να πιούμε μια μπύρα παραπάνω, να μετράμε ευρώ το ευρώ τα ψώνια μας στο σούπερ μάρκετ (σε περίπτωση που δεν μας παίρνει να βουτήξουμε καμιά σάλτσα πέστο), να τρέμουμε μην χαλάσει το ψυγείο επειδή δεν έχουμε για να το επισκευάσουμε, να μην πηγαίνουμε διακοπές –παρά μόνο για να δουλέψουμε ταυτόχρονα σεζόν–, να μην μπορούμε να φάμε ό,τι χρειάζεται ο οργανισμός μας, και τέλος πάντων, να μην έχουμε το μερίδιό μας στον κοινωνικό πλούτο που εμείς παράγουμε!

Νιώθετε, όπως κι εμείς, ίση περιφρόνηση γι’ αυτούς που κάνουν πολιτική και γι’ αυτούς που δεν κάνουν αλλά αφήνουν τους άλλους να την κάνουν για λογαριασμό τους;

Σ’ αυτήν την περίπτωση καταλάβατε, όπως κι εμείς, ότι μία από τις βασικές λειτουργίες του καπιταλιστικού κράτους είναι η εναλλαγή κυβερνήσεων και η οργάνωση του θεάματος των πολιτικών συγκρούσεων, ώστε να συμφιλιωθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι ταξικές αντιθέσεις και να συσκοτιστεί επαρκώς η αλλοτριωτική ουσία της καπιταλιστικής σχέσης·

ότι η διαχείριση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, που διαρκώς μας παγιδεύει στο μαγγανοπήγαδο της αναγκαστικής –ασφαλισμένης, ανασφάλιστης ή υποδηλωμένης, αλλά πάντοτε αλλοτριωμένης– εργασίας μπορεί να εξασφαλιστεί εξίσου αποτελεσματικά είτε από το αριστερό, είτε από το δεξιό πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου·

ότι χρόνια τώρα οι καπιταλιστές μεθοδικά προσπαθούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να διαιρέσουν το προλεταριάτο, να το παθητικοποιήσουν, να το ξεδοντιάσουν και να το στριμώξουν στη γωνία: τώρα απεργάζονται να αυξήσουν ελαφρά τον κατώτατο μισθό και ταυτόχρονα να μειώσουν το αφορολόγητο όριο, μειώνοντας έτσι τον «αυξημένο» μισθό·  καμώνονται δε πως περνάνε νόμους ενάντια στην αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, για να προστατεύσουν δήθεν τα συμφέροντα μας, στην πραγματικότητα όμως μπας και σώσουν ό,τι απόμεινε από τη λεηλασία του ασφαλιστικού συστήματος·

ότι στον αντεστραμμένο κόσμο της αξιακής αντικειμενικότητας –δηλαδή στον κόσμο που αντί να δραστηριοποιούμαστε για να αυτοκαθορίζουμε και να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας, κυριαρχεί ως αυτοσκοπός η παραγωγή εμπορευμάτων με εμάς να συμμορφωνόμαστε παθητικά στους δικούς της κανόνες σαν απλά εξαρτήματά της– η μόνη ελευθερία που εξασφαλίζει το σύστημα είναι η ελευθερία εκλογής του αφεντικού που θα αναλάβει να γδάρει το τομάρι μας και η ελευθερία εκλογής του καθάρματος (πολιτικού, συνδικαλιστή κλπ) που θα αναλάβει να διαπραγματευτεί την αξία του τομαριού μας στην αγορά μισθωτής εκμετάλλευσης·

ότι το προλεταριάτο δεν αποτελεί μία κοινωνιολογική ταμπέλα, αλλά ορίζεται στη συνειδητή, αυτοοργανωμένη δραστηριότητά του, βάσει τοπικών διακλαδικών συνελεύσεων που θα σπάνε τους (επαγγελματικούς, έμφυλους, φυλετικούς ή άλλους) διαχωρισμούς στο εσωτερικό του, θα ξεκινάνε τη μάχη από τον αγώνα ενάντια στην ανασφάλιστη/υποδηλωμένη εργασία και θα φτάνουν στην άρνηση της αλλοτριωμένης εργασίας, στην έμπρακτη κριτική της σχέσης-κεφάλαιο και των μορφών διαμεσολάβησης που πηγάζουν από αυτήν.

Συνέλευση Εργαζοµένων-Ανέργων από την Πλατεία Συντάγµατος  (με τη φιλική συνδρομή του Ratgeb)

http://synelefsi-syntagmatos.espivblogs.net/

Ιούνιος 2018

Η προκήρυξη σε μορφή pdf